
Η ταινία Secret and lies κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένας ιστός ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων που χρησιμοποιεί το αστικό τοπίο του Λονδίνου ως έναν πάλλοντα καμβά, έναν καμβά όπου η οδύνη της καθημερινότητας αναζητά απεγνωσμένα τη λυτρωτική της διέξοδο. Ο Mike Leigh αρνείται να υπηρετήσει τις εύκολες συναισθηματικές κορυφώσεις και ορισμένα μελοδραματικά στερεότυπα, αντιθέτως, μας αφήνει να παρατηρούμε υπομονετικά βυθίζοντας μας στους ανεπίσημους και σιωπηλούς κραδασμούς των ηρώων.
Η ταινία, τιμημένη με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών και σαρώνοντας τα βραβεία BAFTA, προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας διεισδυτικής ανατομίας των ψυχικών τραυμάτων που διατρέχουν τις οικογενειακές αρθρώσεις και τονίζει πως η ταυτότητα μας είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη και ρευστή κατασκευή, πως αναμορφώνεται ριζικά κάθε φορά που το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με την απρόσμενη, αποσταθεροποιητική παρουσία του «Άλλου».
Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα από την απόφαση της Hortense, μιας μορφωμένης, εύπορης μαύρης γυναίκας, να αναζητήσει τη βιολογική της μητέρα μετά τον θάνατο της θετής της οικογένειας. Η αναζήτηση της αυτή την οδηγεί στην Cynthia, μια συναισθηματικά καταρρακωμένη, ταξικά περιθωριοποιημένη λευκή γυναίκα που ζει βυθισμένη στην παραίτηση και στην κοινωνική απομόνωση. Η σταδιακή προσέγγιση αυτών των δύο διαμετρικά αντίθετων προσωπικοτήτων πυροδοτεί μια σειρά από αλυσιδωτές ψυχικές αναταράξεις, καθώς η παρουσία της Hortense λειτουργεί ως ένας αμίλητος αλλά καταλυτικός καθρέφτης, απέναντι στον οποίο η Cynthia εξαναγκάζεται να αντικρίσει τις θαμμένες αλήθειες του παρελθόντος της.
Οι διαφορετικές μορφές του ίδιου πόνου
Γύρω λοιπόν από αυτόν τον πυρήνα περιδινίζεται ολόκληρη η ασταθής οικογενειακή δομή, με δεσπόζουσα τη μορφή της Roxanne, της νεαρής κόρης της Cynthia, η οποία μεγαλωμένη μέσα στην άγνοια των μυστικών της μητέρας της, διοχετεύει την υπαρξιακή της ματαίωση σε μια διαρκή, επιθετική αμυντική στάση και σε εκρήξεις θυμού. Παράλληλα, ο ευαίσθητος, εσωστρεφής αδελφός της Cynthia, ο Maurice, παγιδευμένος ανάμεσα στην αγάπη για την οικογένειά του και το δικό του βαρύ ψυχικό φορτίο, βιώνει μια σιωπηλή τραγωδία δίπλα στη σύζυγό του, την Monica. Η Monica, μια γυναίκα εγκλωβισμένη σε μια καταναλωτική τελειοθηρία και σε μια νευρωτική εμμονή με την τάξη του σπιτιού της, καλύπτει πίσω από την υστερική και παγωμένη συμπεριφορά της τον αβάσταχτο πόνο της ατεκνίας. Επιδιώκοντας να εντοπίσω το κοινό σημείο των χαρακτήρων αυτών, συνειδητοποιώ πως η ουσία του λυτρωτικού μηνύματος του Leigh εδράζεται στην απόλυτη ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία, μια διαδικασία που απαιτεί την αληθινή εξωτερίκευση του εσωτερικού πόνου και τη θαρραλέα υπέρβαση των αμυντικών μηχανισμών που έχτιζαν για χρόνια οι ήρωες της ταινίας. Ωστόσο, στο φιλμ παρατηρούμε πως απαιτείται τεράστιο ψυχικό σθένος προκειμένου να απογυμνωθεί κανείς από τις πανοπλίες της προσποίησης, να αποδεχτεί την τρωτότητά του και να σταθεί εκτεθειμένος απέναντι στα δικά του τραύματα αλλά και απέναντι στα βλέμματα των οικείων του.

Στο σημείο αυτό, η ψυχαναλυτική θεωρία του Jacques Lacan προσφέρει ένα καθοριστικό ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτού του ψυχικού τοπίου. Ο Λακάν οργανώνει την ανθρώπινη ψυχική πραγματικότητα μέσα από τη διαλεκτική τριών πεδίων: του Φαντασιακού, του Συμβολικού και του Πραγματικού. Το Φαντασιακό συγκροτεί το πεδίο των εικόνων, των ναρκισσιστικών ταυτίσεων και των ψευδαισθήσεων ακεραιότητας που κατασκευάζει το υποκείμενο για να προστατευτεί. Το Συμβολικό αποτελεί το πεδίο της γλώσσας, του νόμου και των κοινωνικών δομών, τους τόπους δηλαδή, που μπορεί το υποκείμενο να εγγράψει τις επιθυμίες του και να αρθρώσει την αλήθεια του. Από την άλλη, το Πραγματικό συνιστά τη σκοτεινή, αδιάσπαστη, αδιανόητη σφαίρα που διαφεύγει από κάθε γλωσσική αναπαράσταση μιας και, είναι το αδιαμόρφωτο τραύμα, η πρωτογενής έλλειψη που αδυνατεί να συμβολοποιηθεί. Έτσι λοιπόν, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η Cynthia έχει θάψει για δεκαετίες την ύπαρξη της Hortense στο Πραγματικό, δηλαδή σε μια σκοτεινή γωνιά του ψυχισμού της όπου το τραύμα της εκτός γάμου εγκυμοσύνης και της αποχωρισμένης κόρης παρέμενε ανείπωτο και ακατάληπτο για την ίδια. Η Cynthia επιβίωνε χτίζοντας μια ψευδαίσθηση στο Φαντασιακό, πείθοντας τον εαυτό της πως το παρελθόν αυτό εκμηδενίστηκε. Όταν όμως η Hortense εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή της, το απωθημένο τραύμα εισβάλλει βίαια στην καθημερινότητά της. Η Hortense, είναι μια μορφωμένη και συγκροτημένη γυναίκα και εισβάλλει στην ζωή της Cynthia για να συναντηθούν, για να μιλήσουν, για να αναγνωριστεί η ύπαρξη της, όχι για κάποιου είδους εκδίκηση ή με οποιαδήποτε σκανδαλώδη διάθεση. Με αυτόν τον τρόπο, η Hortense ωθεί τη Cynthia να βγει από τη σφαίρα της άρνησης και να περάσει στο Συμβολικό πεδίο, να βρει δηλαδή τις λέξεις, να αρθρώσει την αλήθεια που έκρυβε και να δώσει ένα γλωσσικό, νοηματικό σχήμα σε αυτό που μέχρι τότε ήταν ένας αβάσταχτος, αδιαμόρφωτος πόνος. Έτσι, η αποκατάσταση της συμβολικής τάξης σημαίνει πως το μυστικό παύει πλέον να είναι ένας τοξικός εφιάλτης που καταστρέφει τις ζωές τους και μετατρέπεται σε μια ειπωμένη αλήθεια που μπορεί πλέον να ενταχθεί στην πραγματικότητα της οικογένειας.
Η μετατόπιση αυτή (τραύμα του Πραγματικού σε ενάρθρωση του Συμβολικού) διατρέχει ολόκληρο το οικογενειακό σύστημα, σαν αόρατο νήμα. Το μυστικό λειτουργεί σαν ένας ενεργός και τοξικός καταλύτης που μολύνει τις αλληλεπιδράσεις των μελών, ακόμα και εκείνων που αγνοούν την αντικειμενική του ύπαρξη. Η περίπτωση της Roxanne αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα μεταβίβασης του ψυχικού άχθους. Η Roxanne εισπράττει το τραύμα της μητέρας της ως μια επώδυνη ατμόσφαιρα, μιας και μεγάλωσε μέσα σε ένα περιβάλλον συναισθηματικής απουσίας, ασυνέπειας και υπόκωφης θλίψης, Η νεαρή κοπέλα εγκλωβίζεται σε μια διαρκή κατάσταση αμυντικής επιθετικότητας αφού δεν διαθέτει τις γλωσσικές συντεταγμένες για να αποκωδικοποιήσει τη θλίψη της Cynthia. Στη λακανική ορολογία, η Roxanne βιώνει το έλλειμμα της συμβολικής αναγνώρισης: η άγνοια της αλήθειας τής στερεί τη δυνατότητα να κατανοήσει τη δική της θέση μέσα στην οικογενειακή ιστορία. Ο θυμός της, η τραχύτητα στη συμπεριφορά της και η απόσταση που κρατά από τη μητέρα της δεν είναι παρά η απεγνωσμένη προσπάθεια ενός υποκειμένου να περιχαρακώσει τα όριά του απέναντι σε έναν ψυχικό πόνο που νιώθει να την κατακλύζει, χωρίς όμως να μπορεί να τον ονομάσει. Στον αντίποδα, ο Maurice και η Monica συνθέτουν ένα παράλληλο ζεύγος εγκλωβισμού, εδώ λοιπόν το τραύμα προσλαμβάνει διαφορετικές αμυντικές μορφές. Ο Maurice, κινείται από μια βαθιά ενσυναίσθηση για αυτό και αναλαμβάνει τον ρόλο του σιωπηλού προστάτη, επιφορτισμένος με το βάρος να διατηρεί τις ισορροπίες σε μια διαλυμένη οικογένεια. Ωστόσο, η δική του προσωπική τραγωδία παραμένει ερμητικά κλεισμένη στους τοίχους του ευκατάστατου σπιτιού του. Η Monica, παγιδευμένη στον αβάσταχτο πόνο της ατεκνίας, αναπτύσσει μια υστερική προσκόλληση στην υλική τελειότητα. Η καταναλωτική της μανία, η εμμονική καθαριότητα, η άκαμπτη προσήλωση στους τύπους συνιστούν μια κλασική κατασκευή του Φαντασιακού μιας και παρουσιάζεται ως ένα εύθραυστο προσωπείο ευημερίας και ελέγχου που επιστρατεύεται για να καλύψει το υπαρξιακό κενό, τη ματαίωση και την αίσθηση ανεπάρκειας που γεννά η αδυναμία τεκνοποίησης. Η ατεκνία της Monica λειτουργεί ως το δικό της Πραγματικό, ως ένα τραύμα που αρνείται να κουβεντιάσει ανοιχτά, προτιμώντας να οχυρώνεται πίσω από την ψυχρή και αποστειρωμένη εικόνα του νοικοκυριού της.

Το φωτογραφικό είδωλο της οικογενειακής ευτυχίας
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για τη θεματική της ταινίας είναι ο συμβολικός ρόλος του επαγγέλματος του Maurice. Ως επαγγελματίας φωτογράφος, ο Maurice βιοπορίζεται απαθανατίζοντας τις πιο ευτυχισμένες στιγμές των ανθρώπων, δηλαδή γάμους, αποφοιτήσεις, οικογενειακά πορτρέτα. Σαν να λειτουργεί λοιπόν το φωτογραφείο του ως ένας κατεξοχήν μηχανισμός παραγωγής Φαντασιακών εικόνων. Οι πελάτες του προσέρχονται αναζητώντας μια παγωμένη, ιδανική εκδοχή του εαυτού τους, μια εικόνα πληρότητας και αψεγάδιαστης ευτυχίας που κατασκευάζεται τεχνητά μέσω του φακού. Εδώ λοιπόν, ο Leigh αποπνέει μια ειρωνεία, μιας και, ο άνθρωπος που απαθανατίζει την εξωτερική αρμονία των ξένων οικογενειών είναι ο ίδιος ανίκανος να συγκρατήσει τη δική του οικογένεια από τη σιωπηλή της κατάρρευση. Οι φωτογραφίες στον φακό του Maurice υπόσχονται την αιωνιότητα μιας ψευδαίσθησης, ενώ η πραγματική ζωή των ηρώων διαβρώνεται από τη φθορά, τη μοναξιά και τα ανείπωτα μυστικά. Η αντίθεση αυτή μας οδηγεί σε ένα λακανικό δίδαγμα, που φανερώνει πως η προσκόλληση στην εικόνα (στο Φαντασιακό) παρέχει πρόσκαιρη παρηγοριά, αλλά αδυνατεί να θεραπεύσει το τραύμα που ελλοχεύει κάτω από την επιφάνεια.
Το τραπέζι της ομολογίας
Η κορύφωση της ταινίας έρχεται στη σκηνή του πάρτι γενεθλίων της Roxanne στο σπίτι του Maurice, καθώς συμπυκνώνει με μοναδική ένταση τη συνάντηση των τριών λακανικών πεδίων. Τότε λοιπόν, ο Leigh συγκεντρώνει όλους τους χαρακτήρες στον ίδιο χώρο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα επίπλαστης γιορτής, με τις κοινωνικές συμβάσεις και τα προσωπεία της ευγένειας να δοκιμάζονται οριακά. Η παρουσία της Hortense στο τραπέζι μας δημιουργεί την αίσθηση μιας ωρολογιακής βόμβας στον ψυχισμό της ομάδας, έως ότου η Cynthia, πιεζόμενη από τη συναισθηματική φόρτιση της στιγμής, προβαίνει στη μεγάλη ομολογία. Η αποκάλυψη πως η Hortense είναι η βιολογική της κόρη λειτουργεί ως μια βίαιη εισβολή του Πραγματικού στη συμβολική τάξη της οικογένειας, η οποία προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις. Βλέπουμε λοιπόν, πώς η Roxanne βιώνει την αποδέσμευση του μυστικού ως προδοσία, νιώθοντας το έδαφος κάτω από τα πόδια της να υποχωρεί καθώς η εικόνα που είχε για τη μητέρα της και την ίδια της τη ζωή διαλύεται εν ριπή οφθαλμού, από την άλλη, η Monica έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της άμυνες καθώς το μυστικό της Cynthia πυροδοτεί τη δική της συναισθηματική έκρηξη, ενώ ο Maurice, με την εκπληκτική του φράση “Secrets and lies! We’re all in pain! Why can’t we share our pain?”, φανερώνει την κεντρική ιδέα του έργου. Ο λόγος του Maurice λειτουργεί ως ο από μηχανής θεός της συμβολικής τάξης, αφού με την αδιάλλακτη απαίτησή του για αλήθεια σπάει τον φαύλο κύκλο της σιωπής, έτσι ώστε η ομολογία του για την ατεκνία της Monica και η δημόσια παραδοχή του πόνου όλων των μελών να λειτουργήσουν ως πράξη καθάρσεως.

Πέραν της αμιγώς ψυχαναλυτικής διάστασης, η ταινία αυτή εγγράφει τις ψυχικές διαδρομές των ηρώων μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο. Το αστικό τοπίο του Λονδίνου και ο τρόπος που αναπαρίσταται αντικατοπτρίζει τις ταξικές περιθωριοποιήσεις και τους κοινωνικούς αποκλεισμούς. Αυτό αρχικά συμβαίνει μιας και η Cynthia ζει σε μια υποβαθμισμένη, λαϊκή συνοικία του ανατολικού Λονδίνου, σε ένα σπίτι παραμελημένο, σύμβολο της δικής της εσωτερικής παραίτησης. Η καθημερινότητά της στο εργοστάσιο και η οικονομική της δυσπραγία ενισχύουν την αίσθηση της κοινωνικής της αορατότητας. Αντίθετα, η Hortense αντιπροσωπεύει τη νέα, μορφωμένη μαύρη μεσαία τάξη. Ζει σε ένα περιποιημένο, σύγχρονο διαμέρισμα και ασκεί το επάγγελμα της οπτομέτρου, μια ιδιότητα με ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς η εργασία της σχετίζεται άμεσα με τη διόρθωση της όρασης, τη βοηθητική επομένως ικανότητα των ανθρώπων να βλέπουν την πραγματικότητα καθαρά.
Μάλιστα, στην ταινία γινόμαστε μάρτυρες μιας ταξικής και φυλετικής ανατροπής, μιας και η μαύρη κόρη, η οποία σύμφωνα με τα στερεότυπα της εποχής θα αναμενόταν να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, εμφανίζεται ως η πλέον συγκροτημένη, οικονομικά ανεξάρτητη και συναισθηματικά ώριμη προσωπικότητα. Αντίθετα, η λευκή μητέρα είναι εκείνη που βρίσκεται στο κοινωνικό και ψυχικό περιθώριο. Η συνάντησή τους αποδομεί τις παγιωμένες ταξικές και φυλετικές βεβαιότητες που υποστηρίζουν πως η ταυτότητα είναι ένα στατικό δεδομένο και αντιθέτως αποδεικνύει πως η ταυτότητα λειτουργεί ως μια ρευστή κατασκευή που επαναπροσδιορίζεται μέσα από τη συνάντηση με τον «Άλλο».
Το τέλος της ταινίας, όταν στον στενό και ηλιόλουστο κήπο του σπιτιού της Cynthia εκείνη συνυπάρχει με την Roxanne και την Hortense, δημιουργεί μία αίσθηση γαλήνης. Οι τρεις αυτές γυναίκες έχουν διαφορετικές διαδρομές, βιώματα, φυλετικές καταβολές, το κοινό τους όμως στοιχείο είναι το ότι έχουν πλέον αποδεχτεί την τρωτότητά τους ως θεμέλιο της ανθρώπινης συνδεσιμότητας, αλλάζοντας κατά αυτό τον τρόπο την σχέσης τους με το πόνο. Κλείνοντας, τα ερωτήματα που αναδύθηκαν από το υπαρξιακό αυτό έργο είναι το, ποιά είναι η αληθινή φύση του Άλλου στη ζωή μας; Είναι ένας ξένος, ένας αποσταθεροποιητικός εισβολέας που απειλεί την εύθραυστη ισορροπίας μας, ή μήπως συνιστά τον μοναδικό απαραίτητο καθρέφτη που μας ωθεί να αντικρίσουμε, να αναγνωρίσουμε και να αποδεχτούμε τις δικές μας θαμμένες αλήθειες; Είναι τελικά το τραύμα ένα αμετάκλητο πεπρωμένο που μας καθορίζει, ή λειτουργεί ως πεδίο νοηματοδότησης; Μπορεί δηλαδή, η αληθινή λύτρωση να πηγάσει από την θαρραλέα απόφαση να αρθρώσουμε τις πληγές μας και να τις μοιραστούμε ή μήπως η επούλωση προϋποθέτει την πλήρη εξάλειψή τους;

Leave a Reply