
Πίσω από το προσωπείο μιας σκοτεινής αλληγορίας για την επιστημονική αλαζονεία, την εκδίκηση και την αχαλίνωτη επιθυμία, το The Skin I Live In (La Piel que Habito) στρέφει βίαια το ενδιαφέρον του από το ανθρώπινο σώμα, το οποίο αποκαλύπτεται ως μια ανεπαρκής, εύθραυστη κατασκευή, προς την έννοια της ταυτότητας, η οποία ρευστοποιείται κάθε φορά που αποπειρώμαστε να την περιχαρακώσουμε. Σαν να εξαναγκαζόμαστε λοιπόν, να αναρωτηθούμε: τι είναι αυτό που διασώζεται αλώβητο στην πυρήνα της ύπαρξης όταν όλα τα εξωτερικά της γνωρίσματα έχουν βίαια μεταλλαχθεί;
Το Αρχιτεκτονικό Περίβλημα της Ψυχής
Ξεκινώντας από τον ίδιο τον τίτλο της ταινίας καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε αυτό το ερώτημα. La piel que habito: Το δέρμα μέσα στο οποίο κατοικώ. Όχι το δέρμα μου, αλλά το δέρμα μέσα στο οποίο κατοικώ, σαν το σώμα να είναι ένα σπίτι, ένα περίβλημα, ένας τόπος προσωρινής εγκατάστασης του εαυτού. Και αν υποθέσουμε ότι το σώμα είναι σπίτι, ο Almodóvar ενδιαφέρεται για τη στιγμή κατά την οποία κάποιος άλλος αποκτά τα κλειδιά του. Ο Robert Ledgard, ένας λαμπρός πλαστικός χειρουργός, δημιουργεί μέσα στο απομονωμένο σπίτι του ένα νέο ανθρώπινο σώμα, μια γυναίκα που ονομάζει Vera, κατασκευάζοντας πάνω της μια τεχνητή επιδερμίδα που μοιάζει άτρωτη. Για μεγάλο μέρος της ταινίας ο θεατής παρακολουθεί αυτή τη γυναίκα σαν ένα αίνιγμα, μιας και, μοιάζει να είναι αιχμάλωτη, πειραματόζωο, ερωμένη, ένα δημιούργημα, ή μια εκδίκηση; Η απάντηση αλλάζει διαρκώς, μέχρι τη στιγμή που η ταινία αποκαλύπτει ότι πίσω από τη Vera βρίσκεται ο Vicente, ένας νεαρός άνδρας που ο Robert απήγαγε και υπέβαλε σε μια βίαιη σειρά επεμβάσεων, μετατρέποντας το σώμα του σε αυτό που εκείνος επιθυμούσε να βλέπει.
Από τις πρώτες ερωτήσεις που μας προξενούνται είναι, γιατί ο Vicente; Η απάντηση βρίσκεται στη Norma, την κόρη του Robert. Ο Vicente είναι ο νεαρός άνδρας που, σε μια νύχτα που εκείνος θυμάται διαφορετικά και η Norma βιώνει ως τραυματική, βρίσκεται μαζί της σε έναν κήπο. Η κατάσταση καταλήγει σε μια σεξουαλική προσέγγιση την οποία η Norma αντιλαμβάνεται ως βιασμό, και ο Robert, βλέποντας την κόρη του σε κατάσταση ψυχικής κατάρρευσης, αποφασίζει να αποδώσει στον Vicente την απόλυτη ευθύνη για την καταστροφή της. Τον απαγάγει και αντί να τον σκοτώσει, επιλέγει να του αφαιρέσει σταδιακά το ίδιο του το σώμα, να το μετατρέψει και να τον υποχρεώσει να ζήσει μέσα σε μια νέα σωματική ταυτότητα. Η εκδίκηση επομένως, είναι η επιθυμία να πάψει να είναι αυτός που ήταν, θέλει να τον καταστρέψει ως υποκείμενο και να τον ξανακατασκευάσει σύμφωνα με τη δική του βούληση. Η τιμωρία γίνεται επομένως, μια μορφή δημιουργίας και η δημιουργία μια μορφή βασανιστηρίου.

Και όμως, εδώ εμφανίζεται η πιο disturbing αντίφαση του χαρακτήρα του Robert. Ο άνθρωπος που δημιούργησε τη Vera για να τιμωρήσει τον Vicente καταλήγει να επιθυμεί τη Vera. Δηλαδή, ο άνθρωπος που θέλησε να καταστρέψει τον άνδρα που θεωρούσε υπεύθυνο για το τραύμα της κόρης του καταλήγει να ερωτεύεται, ή τουλάχιστον να ποθεί, το σώμα που ο ίδιος κατασκεύασε πάνω του. Η αντίφαση, λοιπόν είναι σχεδόν παράλογη μιας και ο Robert επιθυμεί το αποτέλεσμα της εκδίκησής του. Θέλει ο Vicente να υποφέρει, όμως κυρίως θέλει τη Vera να υπάρχει, να τον κοιτάζει, να τον δέχεται, να γίνει το αντικείμενο μιας επιθυμίας που ο ίδιος δημιούργησε. Σε ψυχοδυναμικό επίπεδο, ο Robert μοιάζει να μην μπορεί να διαχωρίσει την αγάπη από την απώλεια, ούτε την επιθυμία από τον έλεγχο. Η Gal, η γυναίκα του, έχει υποστεί σοβαρά εγκαύματα σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και, αδυνατώντας να αποδεχθεί το παραμορφωμένο σώμα της, αυτοκτονεί πέφτοντας από το παράθυρο μπροστά στα μάτια της Norma. Η απώλειά της αφήνει στον Robert ένα κενό που αδυνατεί να πενθήσει, ενώ η τραυματική εμπειρία της κόρης του ενισχύει μέσα του την ανάγκη να βρει έναν υπαίτιο. Έτσι, ο Vicente γίνεται ο ιδανικός αποδέκτης όλων των αντιφατικών συναισθημάτων του: είναι ταυτόχρονα ο ένοχος, το θύμα, το αντικείμενο της εκδίκησης και τελικά το αντικείμενο της επιθυμίας. Ο Robert λοιπόν, αδυνατεί να κρατήσει αυτές τις θέσεις χωριστές. Τιμωρεί τον Vicente, τον καταστρέφει, τον ξαναδημιουργεί και στο τέλος επιθυμεί τη δημιουργία του. Έτσι, η επιθυμία και η καταστροφή γίνονται δύο όψεις της ίδιας εμμονής.
Η Συγχώνευση Πένθους, Πόθου και Ελέγχου
Στο σημείο αυτό, η ταινία αγγίζει μια σκοτεινή, θα έλεγα, έκφανση της επιθυμίας, την εφιαλτική παρόρμηση να αφανιστεί η απόσταση που χωρίζει το εγώ από το εσύ. Ανακαλώντας τον Emmanuel Levinas, ο οποίος τοποθετούσε την πεμπτουσία της σχέσης με τον Άλλο ακριβώς στην παραδοχή μιας ανεπανάληπτης ετερότητας που διαφεύγει από κάθε απόπειρα κατοχής, αφομοίωσης ή μετατροπής του σε απλή προέκτασή μας, ο κόσμος του Robert κινείται στον ακριβώς αντίθετο, καταστροφικό πόλο. Η επιθυμία του, αδυνατώντας να αντέξει το ρίσκο της ετερότητας, απαιτεί την πλήρη εξάλειψή της, μιας και επιθυμεί να έχει ολοκληρωτικά κατασκευάσει την Vera, σμιλεύοντας το σώμα της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια και ορίζοντας αυταρχικά τους όρους της ύπαρξής της, ώστε εκείνη να μη λειτουργεί ως αυτόνομο υποκείμενο με δική του μνήμη και βούληση, αλλά ως το πειθήνιο αποτέλεσμα μιας ξένης εμμονής.
Υπό αυτή την έννοια, το σώμα της Vera διαθέτει μια μυθολογική διάσταση, μιας και ο Robert επιχειρεί να καταλάβει τη θέση του δημιουργού, να υπερβεί τα όρια που επιβάλλει η φύση και να ανακατασκευάσει τη ζωή σύμφωνα με τη δική του βούληση. Θυμίζει τον Frankenstein του Mary Shelley, αλλά και τον Προμηθέα, που τολμά να αγγίξει μια δύναμη που δεν του ανήκει και να τη μεταφέρει στον άνθρωπο. Μόνο που στον Almodóvar το τίμημα της δημιουργίας είναι η κλοπή μιας ήδη υπάρχουσας ζωής αφού ο Robert παίρνει έναν άνθρωπο και επιχειρεί να ξαναγράψει πάνω του την πραγματικότητα, σαν το δέρμα να ήταν χειρόγραφο που μπορεί να σβηστεί και να ξαναγραφτεί.
Ο Almodóvar, αντλώντας έμπνευση από τη φαινομενολογία του Maurice Merleau-Ponty (του Γάλλου φιλοσόφου που υπενθύμισε ότι το σώμα αποτελεί το “βιωμένο” μας άνοιγμα στον κόσμο και τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής μας, παρά ένα απλό υλικό αντικείμενο) αναδεικνύει την τραγική πλάνη του Robert. Γνωρίζει πως, το σώμα αποτελεί το πρωταρχικό μας άνοιγμα στον κόσμο, το όχημα μέσω του οποίου βιώνουμε την ελευθερία και τη συνείδηση άρα νομίζει εσφαλμένα πως, αλλάζοντας την εξωτερική επιφάνεια, μπορεί να υποτάξει και την εσωτερική ουσία. Η αντίσταση της Vera αποδεικνύει το αδιαπέραστο όριο της ανθρώπινης εσωτερικότητας. Όση εξουσία κι αν ασκηθεί πάνω στη μορφή, ο εσωτερικός πυρήνας της μνήμης διατηρεί την ακατάλυτη αυτονομία του, μετατρέποντας το τεχνητό δέρμα από φυλακή σε κρυψώνα.
Ο Τραγικός Δημιουργός και το Ενδιάμεσο Υποκείμενο
Ο Robert, θεωρώ πως είναι ο πιο τραγικός χαρακτήρας, επειδή έχει μετατρέψει την απώλεια σε δημιουργική εμμονή. Δεν μπορεί να επαναφέρει τη Gal, επομένως προσπαθεί να ανακατασκευάσει πάνω στη Vera το ίχνος της. Δεν μπορεί να αναιρέσει τον θάνατο της κόρης του, επομένως κατασκευάζει έναν άνθρωπο πάνω στον οποίο θα ενσαρκώσει την τιμωρία. Δεν μπορεί να αντέξει την αδυναμία του απέναντι στη φύση, επομένως στρέφει την επιστήμη εναντίον των ίδιων των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης. Η ιατρική του γνώση, η οποία κανονικά θα έπρεπε να υπηρετεί την αποκατάσταση του σώματος, λειτουργεί σαν όργανο απόλυτης κυριαρχίας πάνω του. Για αυτό και σαν χαρακτήρας είναι τόσο σύνθετος, μιας και όλες του οι πράξεις κινούνται γύρω από την έμμονη ιδέα του να νικήσει την ιδέα της απώλειας.

Η Vera, από την άλλη, είναι η ζωντανή απόδειξη ότι η ταυτότητα μπορεί να επιβιώσει ακόμη και όταν όλα τα εξωτερικά της σημεία έχουν καταστραφεί. Το σώμα της είναι Vera, το παρελθόν της είναι Vicente, έτσι, η συνείδησή της βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στα δύο. Αυτό το ενδιάμεσο καθεστώς κάνει τον χαρακτήρα της ανησυχητικό μιας και είναι ένα υποκείμενο το οποίο έχει υποχρεωθεί να κατοικήσει μια σωματική μορφή που δεν επέλεξε και, παρ’ όλα αυτά, πρέπει να μάθει να επιβιώνει μέσα της. Η Vera αντιστέκεται επειδή διατηρεί τη συνέχεια της μνήμης της. Η μνήμη, λοιπόν, γίνεται το τελευταίο καταφύγιο ενός ανθρώπου, ενώ η εικόνα του παλιού Vicente σε μια εφημερίδα λειτουργεί ως σημείο αναγνώρισης μιας και βλέπουμε δύο πρόσωπα, δύο σώματα, δύο φύλα, αλλά την ίδια ταυτότητα.
Η Norma συνιστά μια ριζικά διαφορετική αποτύπωση της ψυχικής ρωγμής, αποτελώντας ίσως τη μορφή που κατεξοχήν παραμένει εγκλωβισμένη στο μεταίχμιο ανάμεσα στο πραγματικό βίωμα και την οδυνηρή του ανάκτηση. Η ψυχολογική της κατάρρευση ξεκινά όταν βλέπει την αυτοκτονία της μητέρας της, κι έτσι η μεταγενέστερη εμπειρία της με τον Vicente έρχεται να χτυπήσει πάνω σε έναν ήδη πληγωμένο ψυχισμό. Στη σκηνή του πάρτι, η μουσική λειτουργεί σαν πυροδοτητής, μιας και το τραγούδι της μητέρας της φέρνει απότομα στην επιφάνεια το παλιό σοκ, εξαφανίζοντας κάθε όριο ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Μακριά από το να περιορίζεται στον παθητικό ρόλο του θύματος γύρω από το οποίο δομείται η εκδικητική μανία του Robert, η Norma μετατρέπεται στο μέσο με το οποίο ο Almodóvar φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η οδύνη ιδιοποιείται και ανακατασκευάζεται από μια ξένη βούληση. Ο Robert σφετερίζεται τον πόνο της κόρης του, μεταλλάσσοντάς τον σε προσωπική αποστολή, σε αυθαίρετο νόμο και σε δική του εκδίκηση. Mε αυτόν τον τρόπο, η Norma στερείται ακόμη και τη δυνατότητα να παραμείνει η αυθεντική κυρίαρχος του ίδιου της του τραύματος.
Απέναντι σε αυτή τη συγκρατημένη, εσωτερικευμένη μορφή τραύματος στέκεται ο Zeca, η πιο ωμή και θα λέγαμε ζωώδης παρουσία της ταινίας. Ο Zeca είναι ο ετεροθαλής αδελφός του Robert και ο παλιός εραστής της Gal, με την οποία είχε αποφασίσει να φύγει, πριν το αυτοκινητιστικό δυστύχημα που της προκάλεσε τα εγκαύματα και άλλαξε οριστικά τη ζωή όλων. Η εμφάνισή του με τη στολή της τίγρης είναι σαν ο χαρακτήρας να βγαίνει από το ανθρώπινο συμβολικό σύστημα και να εμφανίζεται ως καθαρή παρόρμηση, αυτή της επιθυμίας, της βίας, της πείνας, του σεξουαλικού ενστίκτου και της φυγής. Η αντίθεση με τον Robert γίνεται έτσι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Ο Zeca αφήνεται στην επιθυμία με τρόπο άμεσο, σωματικό και βίαιο, ενώ ο Robert την εγκλωβίζει μέσα στην επιστήμη, τη χειρουργική και την απόλυτη πειθαρχία. Ο ένας καταλαμβάνει το σώμα μέσω της ωμής δύναμης, ο άλλος μέσω της χειρουργικής επέμβασης, της παρακολούθησης και της κατασκευής. Η διαφορετική τους μορφή, ωστόσο, δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση τη βαθύτερη συγγένειά τους, μιας και, και οι δύο αντιμετωπίζουν το σώμα του Άλλου ως πεδίο πάνω στο οποίο μπορούν να εγγράψουν τη δική τους επιθυμία. Η τίγρης, επομένως, πέρα από μια εκκεντρική μεταμφίεση, γίνεται η άγρια εξωτερίκευση εκείνου που ο Robert προσπαθεί να συγκρατήσει κάτω από την πειθαρχημένη επιφάνεια του γιατρού και του επιστήμονα.
Η αισθητική της ταινίας υπηρετεί επακριβώς αυτή την ψυχολογική γεωγραφία. Το σπίτι του Robert είναι ταυτόχρονα εργαστήριο, φυλακή, χειρουργείο, μουσείο και τάφος. Οι καθαρές γραμμές, οι λευκές επιφάνειες, τα συμμετρικά δωμάτια και τα ελεγχόμενα κάδρα δημιουργούν έναν κόσμο που όλα φαίνεται να έχουν τοποθετηθεί στη σωστή τους θέση. Και όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια τάξης βρίσκεται ένα χάος που δεν μπορεί να ελεγχθεί μιας και επικρατούν η επιθυμία, η μνήμη, η ζήλια, το πένθος, η εκδίκηση. Το σπίτι μοιάζει με το εσωτερικό κόσμο του Robert, μιας και φαίνεται αποστειρωμένο εξωτερικά, γεμάτο νεκρά πράγματα στο εσωτερικό του. Ακόμη και η Vera, όταν εμφανίζεται μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μοιάζει λιγότερο με άνθρωπο και περισσότερο με έργο τέχνης τοποθετημένο μέσα σε μια γκαλερί. Ο Almodóvar, όμως, καταφέρνει και αντιστρέφει σταδιακά αυτή την εικόνα καθώς το έργο τέχνης αποκτά βούληση, ο παρατηρούμενος αρχίζει να παρατηρεί και το αντικείμενο αποκτά τη δυνατότητα να καταστρέψει τον δημιουργό του.

Η Επιστροφή του Υποκειμένου: «Soy Vicente»
Στο φινάλε της ταινίας, η Vera, έχοντας πλέον σκοτώσει τον Robert, δραπετεύει από την έπαυλη-φυλακή και καταφεύγει στο ραφείο της μητέρας της. Εκεί, φορώντας το σώμα, το πρόσωπο και τα ρούχα μιας γυναίκας, αντικρίζει τη μητέρα και την Cristina, οι οποίες θρηνούν εδώ και χρόνια την εξαφάνιση του αγαπημένου τους προσώπου. Στην αμήχανη και φορτισμένη αυτή συνάντηση, εκείνη κοιτάζει στα μάτια τη μητέρα της και προφέρει την φράση που φανερώνει όλο τον θρίαμβο της ταινίας: «Soy Vicente» (Είμαι ο Βισέντε). Αυτή η απλή, αφοπλιστική δήλωση μετατρέπει τη σκηνή από μια πλοκή εκδίκησης σε μια βαθιά δικαίωση. Ο Robert υπέβαλε το θύμα του σε μια εφιαλτική, πολυετή διαδικασία βίαιης αλλαγής φύλου και επαναδιαμόρφωσης του δέρματος, πιστεύοντας ότι αλλάζοντας την ύλη θα διαγράψει και την ψυχή. Η ομολογία του, αποδεικνύει την απόλυτη ήττα της επιστημονικής του αλαζονείας μιας και ο εσωτερικός πυρήνας της συνείδησης, η μνήμη και η προσωπική ιστορία αποδεικνύονται απρόσβλητα.
Είμαστε, όμως, τελικά μόνο η μνήμη μας; Αν αποδεχτούμε ότι το δέρμα είναι ένας τόπος που απλώς κατοικούμε, τι απομένει από τον εαυτό όταν η εικόνα που αντικρίζουμε στον καθρέφτη δεν μας ανήκει πια; Μήπως η ελευθερία μας δεν κρίνεται από τη μορφή που μας επιβάλλει ο κόσμος, αλλά από μία αόρατη, εσωτερική σταθερά που αρνείται να ξεχάσει ποιοι υπήρξαμε;
Leave a comment