
Η Παράσταση της Σάρκας
Ένα φιλμ νουάρ έχει τα δικά του απαράβατα συστατικά: μια femme fatale που εμφανίζεται μέσα από τις σκιές, ένα έγκλημα που διαταράσσει την τάξη των πραγμάτων, έναν άντρα που πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει την κατάσταση και, κάπου ανάμεσα στο σκοτάδι, το χρήμα και την επιθυμία, μια παγίδα που έχει στηθεί πριν ακόμη ο ήρωας αντιληφθεί ότι βρίσκεται μέσα της.
Το Bound των Lana και Lilly Wachowski, όμως, παίρνει όλα αυτά τα γνώριμα υλικά και τα μετακινεί ελάχιστα, τόσο λίγο, ώστε στην αρχή σχεδόν δεν αντιλαμβανόμαστε ότι ολόκληρη η γεωμετρία του είδους έχει αλλάξει. Υπάρχει το έγκλημα, υπάρχει το χρήμα, υπάρχει η προδοσία, υπάρχει η femme fatale, υπάρχει ο άντρας που πιστεύει πως έχει τον έλεγχο. Μόνο που η femme fatale δεν ενδιαφέρεται για εκείνον, ενώ η ιστορία δεν οδηγεί δύο ετεροφυλόφιλους ανθρώπους στην αμοιβαία καταστροφή τους. Στο κέντρο της βρίσκεται η επιθυμία μιας γυναίκας για μια άλλη γυναίκα. Η γυναίκα αυτή είναι η Violet, μια παρουσία που φαίνεται σαν να έχει ξεπηδήσει από μια παλαιότερη εποχή του κινηματογράφου, από εκείνες τις σκοτεινές δεκαετίες όπου οι γυναίκες του νουάρ φορούσαν μεταξωτά φορέματα, κρατούσαν μυστικά και έμπαιναν στο κάδρο με την αργή βεβαιότητα κάποιου που γνωρίζει πως είναι ήδη αντικείμενο επιθυμίας. Είναι όμορφη με έναν τρόπο τόσο επιμελώς θηλυκό ώστε η θηλυκότητά της να μοιάζει περισσότερο με κοστούμι παρά με φυσική κατάσταση.
Μπροστά στον Caesar, έναν βίαιο και καχύποπτο συνεργάτη της μαφίας, με τον οποίο διατηρεί σχέση εδώ και χρόνια, το σώμα της μαλακώνει και η αμηχανία της μοιάζει παιδική. Σαν να υποδύεται την ανήξερη, την εξαρτημένη, την όμορφη γυναίκα που δεν χρειάζεται να γνωρίζει πολλά γιατί υπάρχει ένας άντρας που γνωρίζει για λογαριασμό της. Ο Caesar αδυνατεί να καταλάβει ότι αυτή η εικόνα είναι το ασφαλέστερο καταφύγιό της, μιας και η Violet έχει μάθει να επιβιώνει μέσα από την παράσταση της θηλυκότητας.
Η ενδιαφέρουσα λοιπόν, ιδέα της ταινίας, είναι πως παρουσιάζει την θηλυκότητα ως γλώσσα, ως κώδικα, ως τρόπο να κινηθείς στον κόσμο που ήδη έχει προαποφασίσει πώς πρέπει να κινηθεί μια γυναίκα. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι όταν βρίσκεται με την Corky, η φωνή της αλλάζει και για πρώτη φορά η κάμερα συναντά μια γυναίκα πίσω από την εικόνα που έχτισε.

Από την άλλη, η Corky έχει εγκαταλείψει οριστικά την ανάγκη να είναι εικόνα για κάποιον άλλον. Την παρατηρούμε μέσα σε ένα ασανσέρ, φορτωμένη με εργαλεία, με τα μαλλιά της κοντά, το δερμάτινο μπουφάν της και συνάμα μια αδέξια αυτοπεποίθηση. Η Corky μόλις έχει βγει από τη φυλακή και εργάζεται ως υδραυλικός, αναλαμβάνοντας να ανακαινίσει το διαμέρισμα δίπλα σε εκείνο της Violet και του Caesar. Ωστόσο, είναι δύσκολο να μη δει κανείς στην επαγγελματική της ιδιότητα κάτι περισσότερο από μια απλή λεπτομέρεια της πλοκής, γιατί η Corky είναι η γυναίκα που ξέρει πώς είναι φτιαγμένα τα πράγματα. Ξέρει από τοίχους, σωλήνες, βίδες, από μηχανισμούς που μοιάζουν κλειστοί μόνο μέχρι να βρεις τον τρόπο να τους ανοίξεις.
Νιώθω πως, ίσως αυτό να είναι το πρώτο πράγμα που την κάνει τόσο κατάλληλη για τη Violet. Η μία γνωρίζει πώς λειτουργούν οι άνθρωποι και η άλλη πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί, μιας και, η μία έχει μάθει να ανοίγει κλειδωμένες διαθέσεις, η άλλη κλειδωμένες πόρτες. Η Violet έχει περάσει χρόνια επιβιώνοντας με τον κόσμο, όπου είναι αναγκαίο να καταλαβαίνεις πότε ένας άντρας θυμώνει, πότε ζηλεύει, πότε βαριέται, πότε είναι αρκετά απασχολημένος με τον εαυτό του ώστε να μην προσέξει τι συμβαίνει δίπλα του. Η Corky, αντίθετα, έχει την πρακτική γνώση της ύλης, για αυτό και συχνά παρουσιάζεται ως ο “άντρας” της σχέσης. Το Bound παίζει βέβαια με αυτή την κωδικοποίηση, μιας και η ταινία δανείζεται τους κώδικες του noir, αλλά αφήνει το φύλο να κυλήσει από τον έναν χαρακτήρα στον άλλον, χωρίς να παραμένει δεμένο με το βιολογικό φύλο. Και ανάμεσα λοιπόν σε αυτή την αμοιβαία αναγνώριση και την έλξη, οι δύο γυναίκες αρχίζουν να συνωμοτούν. Η Violet γνωρίζει ότι ο Caesar πρόκειται να διαχειριστεί ένα τεράστιο χρηματικό ποσό που ανήκει στη μαφία και, για πρώτη φορά, βλέπει μπροστά της έναν πραγματικό δρόμο διαφυγής. Η Corky, που ξέρει πώς λειτουργούν οι κλειδαριές, οι τοίχοι και οι μηχανισμοί, γίνεται η ιδανική συνεργός της, και έτσι ο έρωτάς τους μετατρέπεται σιγά σιγά σε σχέδιο, να κλέψουν τα χρήματα, να ξεφύγουν από τον Caesar και να φύγουν μαζί. Έτσι λοιπόν, οι δυο τους ερωτεύονται και, μέσα από αυτόν τον έρωτα, βρίσκουν τον τρόπο να διαπράξουν το έγκλημα.
Ο Caesar είναι ένας money launderer της μαφίας, ένας ενδιάμεσος άνθρωπος του εγκληματικού συστήματος που έχει αναλάβει να διαχειριστεί τα χρήματα των άλλων. Όταν καταφθάνουν εκατομμύρια δολάρια που πρέπει να παραδώσει στη μαφία, η ζωή του σαν να ξεκινά να διαλύεται γύρω από αυτό το χρηματικό ποσό, που ποτέ πραγματικά δεν ήταν δικό του. Η λεπτομέρεια αυτή είναι κρίσιμη, γιατί ο Caesar, εκ πρώτης όψεως, είναι ένας άνθρωπος που κατέχει τα πάντα ενώ στην πραγματικότητα δεν κατέχει σχεδόν τίποτα: δεν κατέχει τα χρήματα, δεν κατέχει την ασφάλειά του και, το πιο σημαντικό, δεν κατέχει τη Violet, παρότι ολόκληρη η συμπεριφορά του βασίζεται στην πεποίθηση ότι του ανήκει. Ο Caesar, επομένως, είναι η προσωποποίηση ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας που πιστεύει ότι το να κατέχεις σημαίνει να ελέγχεις. τα χρήματα, το σώμα της γυναίκας δίπλα σου, την πληροφορία, την αφήγηση, ακόμη και την αλήθεια. Γι’ αυτό και η ήττα του είναι τόσο ταπεινωτική, μιας και, χάνει την πεποίθηση ότι οι άνθρωποι γύρω του είναι αναγνώσιμοι επειδή είναι κατώτεροί του.
Υλισμός, Χρήμα και η Πολιτική της Επιθυμίας
Η πολιτική διάσταση του Bound φανερώνεται στον τρόπο με τον οποίο η ταινία αποφασίζει ποιος έχει δικαίωμα να επιθυμεί, ποιος έχει δικαίωμα να κατέχει, ποιος έχει δικαίωμα να φύγει και, κυρίως, ποιος έχει συνηθίσει να θεωρεί αυτονόητο ότι οι άλλοι άνθρωποι τού ανήκουν. Οι Wachowskis παίρνουν έναν κόσμο κατεξοχήν ανδρικό, τη μαφία, το χρήμα, τη βία, τα όπλα, τις συμφωνίες που γίνονται πίσω από κλειστές πόρτες και τοποθετούν στο κέντρο του δύο γυναίκες. Το Bound είναι, επομένως, πολιτικό επειδή μετακινεί το κέντρο της εξουσίας με έναν διακριτικό αλλά ουσιαστικό τρόπο.

Ας ξεκινήσουμε από το χρήμα, γιατί στην ταινία, το χρήμα δεν είναι ποτέ μόνο χρήμα. Τα σχεδόν δύο εκατομμύρια δολάρια που ο Caesar πρέπει να “ξεπλύνει” και να παραδώσει στη μαφία αποτελούν την υλική συμπύκνωση ολόκληρου του κόσμου στον οποίο ζει, μιας και εκθέτουν ένα σύστημα σύμφωνα με το οποίο η εξουσία μεταφράζεται σε ποσό. Τα χρήματα είναι ήδη «βρώμικα» πριν φτάσουν στα χέρια του Caesar, αλλά η δουλειά του είναι να τα κάνει να φαίνονται καθαρά. Παρατηρούμε λοιπόν, πώς ο καπιταλισμός, η μαφία και η βία δεν βρίσκονται πάντοτε σε διαφορετικά δωμάτια. Συχνά το μόνο που αλλάζει είναι η διαδικασία μέσα από την οποία το βρώμικο χρήμα αποκτά την εμφάνιση του καθαρού.
Και το πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι Violet και Corky θέλουν αυτά τα χρήματα για να βγουν από την ιεραρχία. Αυτή είναι μια ουσιώδης διαφορά, διότι φανερώνει μια υλιστική αντίληψη της ελευθερίας, βάσει της οποίας, δεν αρκεί να θέλεις να φύγεις, αλλά πρέπει να μπορείς να φύγεις. Η ληστεία, επομένως, από την πλευρά της Violet, είναι η απόκτηση των υλικών προϋποθέσεων της αυτονομίας.
Το κλασικό film noir έχει συχνά τοποθετήσει τη γυναίκα στη θέση της femme fatale: η γυναίκα είναι επιθυμητή, αλλά ακριβώς επειδή επιθυμεί και η ίδια, γίνεται επικίνδυνη. Το ανδρικό σύστημα του noir μπορεί να ανεχθεί μια όμορφη γυναίκα όσο παραμένει αντικείμενο του βλέμματος, δυσκολεύεται, όμως πολύ περισσότερο όταν εκείνη αποκτά δικό της βλέμμα, δικό της σχέδιο και δική της επιθυμία. Το Bound παίρνει αυτόν τον παλιό χαρακτήρα και του αφαιρεί το παραδοσιακό του τέλος. Η Violet είναι η γυναίκα που χρησιμοποιεί την εικόνα που ο άντρας έχει κατασκευάσει γι’ αυτήν για να τον εξαπατήσει, έτσι, η θηλυκότητά της γίνεται μια μορφή γνώσης και, επομένως, μια μορφή εξουσίας.

Και κάπου εδώ λοιπόν, τα υγρά της ταινίας φαίνεται να αποκτούν την πιο εύγλωττη συμβολική τους λειτουργία. Το αίμα είναι η βία που το χρήμα προσπαθεί να ξεπλύνει, το νερό είναι αυτό που διαπερνά τους τοίχους και τις κλειδαριές, ο ιδρώτας είναι το σώμα που αρνείται να μείνει απλώς μια εικόνα, ενώ η σεξουαλική υγρασία γίνεται, προκλητικά, μια μορφή γνώσης, μιας και φανερώνει κάτι που δεν μπορεί να αποδειχθεί με το βλέμμα αλλά μπορείς να αισθανθείς. Έτσι η ταινία αντιπαραθέτει διαρκώς δύο κόσμους: τον κόσμο των αντρών, που θέλει τα πάντα μετρήσιμα, στερεά, ονομασμένα και ελεγχόμενα, και τον κόσμο της επιθυμίας, που είναι ρευστός, μεταβαλλόμενος και αδύνατο να περιοριστεί απόλυτα. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και τα χρήματα, το πιο σκληρό αντικείμενο εξουσίας πρέπει να περάσουν από νερό για να καθαριστούν.
Η Αρχιτεκτονική της Φυλακής
Στην ταινία παρατηρείται επίσης κάτι παράδοξο όσον αφορά την διαχείριση των χώρων: μια ταινία που μιλά διαρκώς για την απόδραση είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κλεισμένη μέσα σε ένα κτίριο. Εδώ λοιπόν, δεν υπάρχει η αίσθηση του ανοιχτού δρόμου που τόσο συχνά συνδέεται με την ελευθερία του αμερικανικού κινηματογράφου. Αντίθετα, επιστρέφουμε ξανά και ξανά στους ίδιους διαδρόμους, στα ίδια δωμάτια, στα ίδια ασανσέρ, στις ίδιες πόρτες, στους ίδιους τοίχους. Η Violet και ο Caesar κατοικούν σε ένα διαμέρισμα πολυτελές, αποστειρωμένο, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα η Corky ζει και εργάζεται μέσα σε έναν χώρο μισοδιαλυμένο, γεμάτο εργαλεία και φθαρμένες επιφάνειες. Η αντίθεση εδώ, πέρα από αισθητική, δείχνει πώς τα δύο διαμερίσματα μοιάζουν σαν δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας φυλακής. Το ένα είναι η φυλακή που έχει καλυφθεί με ταπετσαρίες, έπιπλα και χρήμα, το άλλο η φυλακή που δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να κρύψει τα κάγκελά της. Και ανάμεσά τους, βρίσκεται ο τοίχος, συμπαγής, γεμάτος σωλήνες, καλώδια, ήχους και περάσματα, ένα όριο που υπάρχει μόνο όσο πιστεύουμε ότι υπάρχει. Η ταινία επιμένει σε αυτή την πορώδη αρχιτεκτονική, ακολουθώντας την κάμερα μέσα από καλώδια, σωληνώσεις και μικροσκοπικές χαραμάδες, σαν να θέλει να μας αποκαλύψει ότι κανένα κτίριο δεν είναι πραγματικά συμπαγές.
Αν δεχτούμε την ιδέα ότι το σπίτι είναι κάτι περισσότερο από ένας τόπος κατοικίας, ότι αποτελεί μια εξωτερική προέκταση του εαυτού, έναν χώρο στον οποίο ο άνθρωπος αποτυπώνει αυτό που είναι, αυτό που θέλει να φαίνεται ότι είναι και αυτό που δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι είναι, τότε το Bound φανερώνει πώς οι άνθρωποι έχουν μετατρέψει τα σπίτια τους σε υλικές εκδοχές της ταυτότητάς τους. Το διαμέρισμα της Violet είναι όμορφο, τακτοποιημένο και ακριβό, όπως ακριβώς και η θηλυκότητα που έχει κατασκευάσει για να επιβιώσει. Το σπίτι της Corky, αντίθετα, βρίσκεται σε μια διαρκή κατάσταση κατασκευής και αποδόμησης μιας και, τοίχοι ανοίγουν, σωλήνες εμφανίζονται, αντικείμενα μετακινούνται, επιφάνειες ξηλώνονται.
Γι’ αυτό ο τοίχος ανάμεσα στα δύο διαμερίσματα μπορεί να διαβαστεί και ως ένας χαρακτήρας της ταινίας και αυτό γιατί, χωρίζει τις δύο γυναίκες και ταυτόχρονα τις ενώνει, προστατεύει το μυστικό τους και ταυτόχρονα το κάνει δυνατό. Από τη μία πλευρά η Violet ζει μέσα στον κόσμο του Caesar, από την άλλη η Corky βρίσκεται μόλις λίγα μέτρα μακριά, και ανάμεσά τους υπάρχει μια επιφάνεια τόσο λεπτή ώστε ο ήχος περνά μέσα από αυτήν. Η αρχιτεκτονική παύει έτσι να είναι σκηνικό και γίνεται μεταφορά της ίδιας της σχέσης τους. Η κοινωνία τους έχει τοποθετήσει σε διαφορετικά δωμάτια, η επιθυμία όμως βρίσκει τις σωληνώσεις της. Και όσο περισσότερο εξελίσσεται η ταινία, τόσο περισσότερο οι διαχωριστικές γραμμές χάνουν τη σταθερότητά τους, φανερώνοντας πως, τίποτα δεν μένει πραγματικά από την πλευρά στην οποία τοποθετήθηκε.
Έτσι, το Bound μοιάζει να ψιθυρίζει μια ιδέα που θα επιστρέψει αργότερα, πολύ πιο μεγαλόπρεπα, στο έργο των Wachowskis, το ότι κάθε σύστημα που μοιάζει απόλυτα κλειστό είναι πιθανότατα γεμάτο κρυφές συνδέσεις. Ο τοίχος είναι η πιο καλή εικόνα της εξουσίας επειδή από μακριά φαίνεται αδιαπέραστος, αν όμως τον πλησιάσεις, ανακαλύπτεις ότι αποτελείται από υλικά, κενά, αγωγούς, δίκτυα και ρωγμές. Η Corky, που ξέρει να ανοίγει τοίχους, είναι επομένως και η γυναίκα που ξέρει να αμφισβητεί τα όρια και ανακαλύπτει ότι ο κόσμος του Ceasar δεν ήταν ποτέ τόσο συμπαγής όσο νόμιζε.
Η Διπλή Ποιητική του Bound
Και ύστερα, καλούμαστε να απαντήσουμε για το τί σημαίνει ο τίτλος “Bound”. Μία λέξη τόσο μικρή, τόσο απλή, ενώ στην πραγματικότητα περιέχει ολόκληρη την ταινία. Bound σημαίνει δεμένος, εγκλωβισμένος, προσδεδεμένος, ένας άνθρωπο που δεν μπορεί να κινηθεί επειδή κάτι τον κρατά στη θέση του. Και η πρώτη εικόνα της ταινίας μοιάζει να μας δίνει ήδη την απάντηση: η Corky βρίσκεται κυριολεκτικά δεμένη μέσα σε μια ντουλάπα. Μόνο που καθώς η ιστορία προχωρά, καταλαβαίνουμε ότι η Corky δεν είναι η μόνη δεμένη γυναίκα στην ταινία. Η Violet είναι δεμένη στον Caesar, ο Caesar είναι δεμένος στη μαφία, τα χρήματα είναι δεμένα στη βία που τα δημιούργησε, και ολόκληρο το κτίριο κρατά τους ανθρώπους του σε ένα δίκτυο από πόρτες, ασανσέρ, δωμάτια και τοίχους. Ακόμη και η επιθυμία είναι στην αρχή δεμένη μέσα στη σιωπή, επειδή οι δύο γυναίκες πρέπει πρώτα να ανακαλύψουν αν μπορούν να εμπιστευτούν η μία την άλλη. Η ταινία, λοιπόν, αρχίζει με ένα σώμα δεμένο και τελειώνει με δύο σώματα που απομακρύνονται ελεύθερα, για αυτό, ανάμεσα στις δύο αυτές εικόνες υπάρχει ολόκληρη η διαδικασία της απελευθέρωσης.
Η ειρωνεία βέβαια, ξεχυλίζει όταν σκεφτόμαστε τον τίτλο μαζί με τον Caesar. Εκείνος είναι που φαίνεται περισσότερο ελεύθερος αλλά τελικά είναι ο πιο δεμένος από όλους. Κινείται, φωνάζει, κρατά όπλο, διατάζει ανθρώπους να σκοτώσουν κι όμως δεν μπορεί να φύγει από τίποτα. Δεν μπορεί να φύγει από τη μαφία, επειδή η ταυτότητά του έχει χτιστεί πάνω σε αυτήν, δεν μπορεί να φύγει από τη Violet, επειδή έχει μετατρέψει την αγάπη σε ιδιοκτησία, δεν μπορεί να αφήσει τα χρήματα, επειδή έχει ταυτίσει την επιβίωσή του με αυτά. Η Corky, αντίθετα, ξεκινά την ταινία κυριολεκτικά δεμένη και καταλήγει να είναι η μόνη που μπορεί να φύγει. Σαν να μας λέει η ταινία ότι η πραγματική ελευθερία ίσως να μην είναι η απουσία δεσμών, αλλά η δυνατότητα να αναγνωρίσεις ποιοι δεσμοί δεν είναι δικοί σου. Έτσι, θα μπορούσαμε να προσδώσουμε στον τίτλο μια πιο τρυφερή σημασία, μιας και, το Bound πέρα από δεμένος, μπορεί να σημαίνει και προορισμένος, κάποιος που κατευθύνεται προς έναν τόπο, κάποιος που είναι bound for κάπου. Ίσως λοιπόν η ίδια λέξη να περιέχει και τις δύο αντίθετες κινήσεις της ταινίας, δηλαδή δεμένες και ταυτόχρονα καθ’ οδόν. Η Violet και η Corky είναι δεμένες μεταξύ τους και κατευθύνονται μαζί προς κάπου αλλού. Και αυτό κάνει το τέλος τόσο όμορφο διότι βλέπουμε δύο γυναίκες να εγκαταλείπουν έναν κόσμο που είχε αποφασίσει εκ των προτέρων ποιες θα ήταν, ποιον θα αγαπούσαν και πού θα έμεναν.

Καταλήγοντας λοιπόν, στα πιθανά ερωτήματα που διεγείρει η ταινία, πέραν του ποιος είναι δεμένος, καλούμαστε να αναλογιστούμε και ποιος έχει επιλέξει τον δεσμό του. Και τότε γεννιέται ένα σχετικά άβολο ερώτημα: μήπως τελικά η ταινία δεν μιλά τόσο για την απόδραση από μια φυλακή, όσο για την ανάγκη να πάψεις να αποκαλείς σπίτι τη φυλακή σου; Και αν η ελευθερία δεν είναι απλώς η ικανότητα να ανοίξεις μια πόρτα, αλλά η συνειδητοποίηση ότι έχεις το δικαίωμα να την περάσεις, πόσες φορές μένουμε άραγε μέσα σε χώρους που μας φυλακίζουν επειδή έχουμε πείσει τον εαυτό μας ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από αυτούς; Και ακόμη περισσότερο, μήπως ο πιο δύσκολος δεσμός να λυθεί δεν είναι εκείνος που μας επιβάλλει κάποιος άλλος, αλλά εκείνος που έχουμε μάθει τόσο καλά να ονομάζουμε δική μας ζωή, ώστε η έξοδος από αυτόν να μοιάζει περισσότερο με απώλεια ταυτότητας παρά με ελευθερία;
Leave a comment