
Ο άνθρωπος πάντα ονειρευόταν έναν τρόπο να νικήσει την αβεβαιότητα του έρωτα. Από τα φίλτρα αγάπης των αρχαίων μύθων μέχρι τις σύγχρονες ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, πάντα καταλήγουμε στην ίδια επιθυμία, να αγαπηθούμε δηλαδή, χωρίς όμως να χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε την πιθανότητα της απόρριψης. Το Obsession, λοιπόν, έρχεται και θέτει μια τρομακτική ερώτηση: αν η αγάπη δεν γεννιέται ελεύθερα, είναι ακόμη αγάπη;
Η καρδιά της ταινίας βρίσκεται στην ευχή του Bear και στο μυστηριώδες One Wish Willow, το αντικείμενο που υπόσχεται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία εκείνου που το χρησιμοποιεί. Εκ πρώτης όψεως, η ευχή του Bear πηγάζει από την απελπισμένη αγάπη του για την Nikki. Θέλει λοιπόν να σταματήσει να είναι αόρατος στα μάτια της, να γίνει για εκείνη κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος που στέκεται απλώς δίπλα της. Όμως η φράση που επιλέγει αποκαλύπτει την αληθινή φύση της επιθυμίας του, μιας και δεν ζητά να είναι ευτυχισμένη η Nikki μαζί του, να τον γνωρίσει βαθύτερα, να αναπτυχθεί μια αληθινή σχέση ανάμεσά τους, αντιθέτως, ζητά να τον αγαπά περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.

“I wish Nikki Freeman loved me more than anyone in the fucking world.”
Παρατηρώντας την συγκεκριμένη σκηνή, συνειδητοποίησα πόσο ανοιχτά ο Bear φοβάται την απόρριψη. Οι δυο αυτοί άνθρωποι βρίσκονται μόνοι στο αυτοκίνητό του, η Nikki τον ρωτά ευθέως αν του αρέσει και εκείνος προτιμά να αρνηθεί και να χαρακτηρίσει την σχέση τους ως φιλική, παρά να παραδεχτεί τον έρωτα του για εκείνη. Αφού η Nikki φύγει, τότε ο Bear απογοητευμένος με τον εαυτό του πραγματοποιεί αυτή την ευχή και έπειτα όλα αλλάζουν. Είναι τόσο οξύμωρο και αξιοπερίεργο. πώς ο Bear θέλει να εξαφανίσει το ενδεχόμενο της απόρριψης, να αφαιρέσει από την εξίσωση το μόνο στοιχείο που κάνει τον έρωτα τόσο όμορφο αλλά και τόσο τρομακτικό: την ελευθερία του άλλου ανθρώπου.
Και αυτό γιατί, η πραγματική αγάπη περιέχει πάντοτε έναν κίνδυνο, επειδή ο άλλος μπορεί να φύγει, μπορεί να αλλάξει γνώμη, μπορεί να μην αισθανθεί ποτέ αυτό που αισθανόμαστε εμείς. Ο Bear φαίνεται ανίκανος να αντέξει αυτή την αβεβαιότητα. Προτιμά μια αγάπη που είναι βέβαιη, ακόμη κι αν είναι ψεύτικη, από μια αληθινή αγάπη που μπορεί κάποια στιγμή να χαθεί, να ξεθωριάσει.
Ένα από τα τραγικότερα στοιχεία της ταινίας, είναι το γεγονός πως η Nikki πράγματι αγαπά αληθινά τον Bear. Παρόλο που παρακολουθήσαμε την “αληθινή” Nikki για περίπου 10 λεπτά, ήταν εμφανές πως ενδιαφερόταν με τον Bear, γελούσαν μαζί, πονούσαν μαζί και είχαν αναπτύξει μία ολοκληρωμένη σχέση. Μπορεί αυτή η σχέση να μην θεωρούνταν ερωτική από την πλευρά της, όμως δεν έπαυε να είναι ειλικρινής και δοτική. Αυτό ίσως να ήταν που πείσμωσε τόσο τον Bear, μιας και ο ίδιος φανταζόταν μια σχέση κατακτητική και απόλυτη. Για αυτό και ο Bear φαίνεται πως δεν μπορεί να αρκεστεί σε μια αγάπη που είχε όρια. Ήθελε να είναι ο πρώτος, ο μοναδικός, ο άνθρωπος χωρίς τον οποίο η Nikki δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Ένα κλαδί ανάμεσα στην ελπίδα και την καταστροφή
Η λειτουργία του One Wish Willow στο Obsession είναι απλή στην επιφάνεια, αλλά περισσότερο συμβολική στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται. Αντί για μια θεαματική μαγική στιγμή στην οποία πραγματοποιείται η ευχή, γινόμαστε μάρτυρες μίας μικρής τελετουργίας, καθώς ο άνθρωπος κρατά το “κλειδί”, διατυπώνει την πιο βαθιά του επιθυμία και, για να ενεργοποιήσει τη δύναμή του, πρέπει να το σπάσει. Αυτή η κίνηση είναι από τα πιο σημαντικά κομμάτια της διαδικασίας, γιατί το σπάσιμο, πέρα από την ενεργοποίηση μιας κατάρας, είναι και η στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος καταστρέφει οριστικά τη δυνατότητα επιστροφής.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Bear βρίσκεται ακόμη ανάμεσα σε δύο κόσμους. Υπάρχει η πραγματικότητα, όπου η Nikki έχει τη δική της βούληση, τα δικά της συναισθήματα και το δικαίωμα να τον αγαπά ή να μην τον αγαπά, και υπάρχει η φαντασίωσή του, η επιθυμία του για έναν κόσμο όπου η απόρριψη δεν υπάρχει. Το Willow βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Είναι η υπόσχεση ότι μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι και η προειδοποίηση ότι κάθε προσπάθεια να επιβληθείς πάνω σε κάτι τόσο άυλο όσο η ανθρώπινη καρδιά έχει ένα τίμημα.
Έτσι, το σπάσιμο του κλαδιού αποκτά μια συμβολική σημασία. Ο Bear, “σπάει” την τελευταία σύνδεση με την αβεβαιότητα. Σπάει την πιθανότητα η Nikki να τον επιλέξει μόνη της καθώς , μέχρι εκείνη τη στιγμή υπάρχει ακόμη η πιθανότητα μιας φυσικής εξέλιξης: ίσως η Nikki να τον αγαπήσει περισσότερο, ίσως όχι. Με το σπάσιμο όμως, ο Bear αποφασίζει ότι δεν μπορεί πλέον να περιμένει και προτιμά να δημιουργήσει μια βεβαιότητα παρά να ζήσει με την αμφιβολία.
Η επιλογή της ιτιάς ως φορέα της ευχής είναι μία επιλογή πολύ προσεγμένη και ακριβής.. Σε πολλές πολιτισμικές παραδόσεις η ιτιά συνδέεται με τη θλίψη, την απώλεια, τη μνήμη αλλά και την προσαρμοστικότητα. Είναι ένα δέντρο που συχνά απεικονίζεται σκυφτό, με τα μακριά κλαδιά του να πέφτουν προς το έδαφος, σαν να κουβαλά ένα αόρατο βάρος. Αυτή η εικόνα ταιριάζει απόλυτα με τον πυρήνα του Obsession, καθώς πρόκειται για μια επιθυμία που γεννιέται από την έλλειψη. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ιτιά, στη φύση, δεν διακρίνεται για τη σκληρότητά της αλλά για την ευλυγισία της. Τα κλαδιά της λυγίζουν με τον άνεμο χωρίς να σπάζουν, γεγονός που την έχει καταστήσει διαχρονικά σύμβολο υπομονής, ανθεκτικότητας και προσαρμογής απέναντι στις δυσκολίες. Το Obsession αξιοποιεί αυτή τη συμβολική φόρτιση με έναν ειρωνικό τρόπο γιατί ο Bear, αντί να μιμηθεί την ίδια τη φύση της ιτιάς, να λυγίσει δηλαδή μπροστά στην αβεβαιότητα και να αποδεχτεί ότι η αγάπη απαιτεί χρόνο, επιλέγει να κάνει το ακριβώς αντίθετο για αυτό και τη σπάει.

Από τη στιγμή λοιπόν, που το κλαδί σπάει, η ευχή παύει να ανήκει στον Bear και εγκαθίσταται μέσα στη Nikki. Η ίδια γίνεται πλέον το πεδίο πάνω στο οποίο η επιθυμία ενός άλλου ανθρώπου αποκτά σώμα, άρα σαν να εγκαταλείπουμε τον κόσμο του υπερφυσικού και μεταβαίνουμε σε μια ιστορία για την απώλεια της προσωπικής ταυτότητας. Το πιο εύκολο και επιφανειακό θα έλεγα, θα ήταν να χαρακτηρίσουμε την Nikki ως την εμμονική, το τέρας της ταινίας. Άλλωστε, η συμπεριφορά της γίνεται ολοένα και πιο ακραία, η αγάπη της μετατρέπεται σε εμμονή και οι πράξεις της αποκτούν μια αποτρόπαιη διάσταση. Όμως αυτή η ανάγνωση παραβλέπει το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ιστορίας, διότι η Nikki δεν είναι ποτέ ο πραγματικός θύτης. Αντιθέτως, είναι ο άνθρωπος που στερείται το πιο θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, αυτό της ελεύθερη βούλησης.
Ο καθρέφτης του Lacan
Αυτή η απώλεια της αυτονομίας εκφράζεται με εξαιρετική ευαισθησία μέσα από το μοτίβο των καθρεφτών, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα οπτικά σύμβολα της ταινίας. Στον κινηματογράφο, ο καθρέφτης λειτουργεί ως ένα διαχρονικό σύμβολο αυτογνωσίας, ταυτότητας και διπλής ύπαρξης. Αντανακλά το σώμα αλλά και την εσωτερική σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Στην ταινία, η επαφή με τον καθρέφτη κρύβει ένα βαθύτερο νόημα, καθώς φανερώνει πώς η πραγματική Nikki αναγνωρίζει πού βρίσκεται και τί κάνει.
Για λίγες στιγμές, όταν στιγμιαία βλέπει την αντανάκλαση της σε κάποιο καθρέφτη, το βλέμμα της αλλάζει, η έκφρασή της μαλακώνει, σαν να αναγνωρίζει ξανά τον εαυτό της. Ο καθρέφτης λειτουργεί σαν ένας χώρος αφύπνισης, μια επιφάνεια που της θυμίζει ποια ήταν πριν γίνει η προβολή της επιθυμίας του Bear.
Η εμμονή της ταινίας με τους καθρέφτες μπορεί να διαβαστεί μέσα από τη θεωρία του Jacques Lacan και το ευρέως γνωστό στάδιο του καθρέφτη (mirror stage). Σύμφωνα με τον Λακάν, ο καθρέφτης, πέρα από την αντανάκλαση του σώματός μας, αποτελεί την στιγμή
κατά την οποία το παιδί, μεταξύ έξι και δεκαοκτώ μηνών, αναγνωρίζει για πρώτη φορά την εικόνα του ως δική του και αρχίζει να συγκροτεί το «Εγώ» του. Μέχρι τότε βιώνει το σώμα του αποσπασματικά, χωρίς μια ενιαία αίσθηση ταυτότητας. Η αντανάκλαση λειτουργεί ως η πρώτη ολοκληρωμένη εικόνα του εαυτού, ακόμη κι αν αυτή η εικόνα είναι, κατά τον Λακάν, μια ψευδαίσθηση. Το υποκείμενο μαθαίνει να υπάρχει μέσα από μια εικόνα έξω από το ίδιο.
Στο Obsession, όμως, θα έλεγα πως αναγνώρισα την αντίστροφη διαδικασία από αυτή που γνωρίζουμε σύμφωνα με τον Λακάν. Η Nikki χρησιμοποιεί τον καθρέφτη για να επιβεβαιώσει την απόσταση από τον εαυτό της, συνειδητοποιεί ότι πλέον δεν τον αναγνωρίζει. Άρα ο καθρέφτης εδώ, αντί να επιβεβαιώσει την ταυτότητα, αποκαλύπτει τη διάλυσή της. Εκεί όπου ο Λακάν περιγράφει τη γέννηση του «Εγώ», η ταινία μας δείχνει τον θάνατό του. Γι’ αυτό και οι σκηνές μπροστά στους καθρέφτες είναι οι πιο βίαιες και οδυνηρές στιγμές της ταινίας. Η Nikki ουρλιάζει, χτυπά το πρόσωπό της, προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδράσει από την ίδια της την εικόνα, σαν να καταλαβαίνει ότι το σώμα που αντικρίζει δεν υπακούει πλέον στη δική της βούληση. Κάθε χτύπημα, μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά στην ξένη επιθυμία που έχει εγκατασταθεί μέσα της.

Οι διαφορετικές μορφές της επιθυμίας
Αν λοιπόν, ο Bear και η Nikki αποτελούν τους δύο πόλους της ιστορίας, οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι οι άνθρωποι που παραμένουν έξω από την ευχή και, ακριβώς γι’ αυτό, μπορούν ακόμη να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην αγάπη και στην εμμονή.
Ο Ian είναι ίσως ο πιο κυνικός χαρακτήρας της ιστορίας. Παρότι γνωρίζει τα συναισθήματα του Bear για τη Nikki, δεν διστάζει να συνάψει ερωτική σχέση μαζί της. Δεν φαίνεται να ενεργεί από αγάπη, αλλά αντιθέτως, βλέπει ευκαιρίες όταν του παρουσιάζονται και τις εκμεταλλέυεται. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στιγμή κατά την οποία ο Bear, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσε, του ζητά να χρησιμοποιήσει τη δική του ευχή ώστε να επαναφέρει τη Nikki στην προηγούμενη κατάστασή της. Εκεί, ο Ian έρχεται αντιμέτωπος με ένα πραγματικό ηθικό δίλημμα: να σώσει έναν άνθρωπο ή να εκπληρώσει τη δική του επιθυμία και τότε επιλέγει το δεύτερο. Η ευχή του για ένα δισεκατομμύριο ευρώ είναι η απόλυτη επιβεβαίωση ότι ακόμη και μπροστά στην ανθρώπινη δυστυχία παραμένει πιστός στον εαυτό του. Βλέπουμε λοιπόν, ότι από την μία, ο Bear θυσιάζει την ελευθερία της Nikki για να αποκτήσει την αγάπη της, ενώ ο Ian θυσιάζει τη Nikki για να αποκτήσει δύναμη. Οι επιθυμίες τους διαφέρουν, όμως ο μηχανισμός είναι ο ίδιος μιας και αποκαλύπτει πώς ο άλλος άνθρωπος μετατρέπεται σε μέσο για την προσωπική τους ικανοποίηση. Η Sarah, αντίθετα, αντιπροσωπεύει μια πιο σιωπηλή αλλά εξίσου προβληματική μορφή επιθυμίας. Από την αρχή γίνεται αντιληπτό ότι τρέφει συναισθήματα για τον Bear. Παρ’ όλα αυτά, δεν κρατά ουσιαστικές αποστάσεις από έναν άνθρωπο που βρίσκεται ήδη σε μια συναισθηματικά περίπλοκη σχέση με τη Nikki. Αντί να σεβαστεί τα όρια που θέτει η πραγματικότητα, μοιάζει να περιμένει διακριτικά την κατάλληλη στιγμή για να βρεθεί πιο κοντά του. Δεν πράττει ενεργά όπως ο Bear, ούτε επιβάλλεται όπως η ευχή, όμως η στάση της αποκαλύπτει μια παθητική μορφή ιδιοτέλειας. Η επιθυμία της υπάρχει πάντοτε στο περιθώριο της σχέσης των δύο πρωταγωνιστών, σαν να ελπίζει ότι η κατάρρευσή της θα ανοίξει τελικά χώρο για την ίδια.
Το ενδιαφέρον είναι ότι κανένας από αυτούς τους χαρακτήρες δεν αγαπά πραγματικά με τον ίδιο τρόπο. Αρχικά, βλέπουμε τον Bear να συγχέει την αγάπη με την κατοχή. Από την άλλη, ο Ian αντιμετωπίζει τους ανθρώπους μέσα από το πρίσμα του προσωπικού οφέλους, ενώ η Sarah αγαπά χωρίς να διεκδικεί βίαια, αλλά αδυνατεί να αποδεχθεί πλήρως τα όρια που θέτει η επιθυμία του άλλου. Κανείς τους δεν φαίνεται να πράττει φανερά ως κτήνος, όλοι όμως αποκαλύπτουν πόσο εύκολα ο έρωτας μπορεί να μετατραπεί σε έναν χώρο που οι δικές μας ανάγκες προηγούνται της ελευθερίας του άλλου.
Αυτή λοιπόν η διάσταση της ταινίας, κατά τη γνώμη μου, της προσδίδει πολύ μεγαλύτερο βάθος. Και αυτό γιατί, παρόλο που ο Bear παρουσιάζεται ως ο κυριότερος “ένοχος”, δείχνει ότι σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες αποτυγχάνουν με διαφορετικό τρόπο να σεβαστούν την αυτονομία του άλλου. Έτσι, η ευχή γίνεται η πιο ακραία έκφραση μιας επιθυμίας που υπάρχει ήδη, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, σε όλους.
Η γάτα και η κατάρρευση της αθωότητας
Ένα από τα πιο disturbing στοιχεία που κατά την γνώμη μου διαθέτει ένα σκοτεινό μήνυμα είναι η σκηνή της γάτας. Η γάτα, γνωρίζουμε ότι συνδέεται με την ανεξαρτησία και το μυστήριο. Είναι ένα ζώο που δεν υπακούει εύκολα, που διατηρεί μια απόσταση από τον άνθρωπο και συμβολίζει το “απρόβλεπτο” κομμάτι της φύσης. Αυτή η ιδιότητα την συνδέει άμεσα με τη Nikki πριν από την ευχή. Όπως η γάτα, έτσι και η Nikki είναι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί πραγματικά να ανήκει σε κάποιον άλλον. Μπορεί να αγαπήσει, να πλησιάσει, να δεθεί, αλλά παραμένει ξεχωριστή ύπαρξη με τη δική της βούληση.
Μετά την ευχή του Bear, όμως, η λογική αυτή καταρρέει. Η Nikki πλέον, παύει να υπάρχει ως ανεξάρτητο υποκείμενο και μετατρέπεται σε αντικείμενο μιας επιθυμίας. Η σκηνή με τη γάτα λειτουργεί σαν μια ακραία εκδήλωση αυτής της μεταμόρφωσης, μιας και η ζωή χάνει την ιερότητά της και γίνεται κάτι που μπορεί να τροποποιηθεί και να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη ενός σκοπού. Η πράξη της κατανάλωσης της γάτας αποκτά λοιπόν μια βαθύτερη ψυχαναλυτική διάσταση. Η κατανάλωση είναι η απόλυτη μορφή κατοχής καθώς, βάσει αυτής, δεν αρκεί πλέον να έχεις κάτι δίπλα σου, πρέπει να το ενσωματώσεις, να το κάνεις μέρος του εαυτού σου. Αυτό δεν είναι άλλωστε αυτό που προσπαθεί να κάνει και ο Bear με τη Nikki; Θέλει η Nikki να πάψει να είναι ένας άνθρωπος απέναντί του και να γίνει ένα κομμάτι του ίδιου, μια επιβεβαίωση της αξίας του, μια απόδειξη ότι δεν μπορεί πλέον να εγκαταλειφθεί.

Το τέλος της ταινίας λειτουργεί σαν μια τραγική επιβεβαίωση της αδυναμίας του Bear να κατανοήσει πραγματικά τι σημαίνει αγάπη. Όταν τελικά συνειδητοποιεί το μέγεθος της καταστροφής που προκάλεσε και αποφασίζει να αναιρέσει την ευχή, η πράξη του φαίνεται σαν μια στιγμή λύτρωσης καθώς αναγνωρίζει ότι αυτό που έκανε στη Nikki ήταν μια μορφή βίας απέναντι στην ελευθερία της. Για μια στιγμή λοιπόν, ο Bear φαίνεται να αποδέχεται ότι δεν υπάρχει επιστροφή, ότι η πραγματικότητα που δημιούργησε δεν μπορεί πλέον να διορθωθεί και ότι πρέπει να πληρώσει το τίμημα των πράξεών του. Όμως η σκηνή γίνεται ακόμη πιο τραγική από τη στιγμή που προσπαθεί να κάνει εμετό και να πάρει πίσω αυτή την πράξη, αλλά δεν προλαβαίνει. Ακόμη και στην τελευταία στιγμή της ζωής του, ο Bear παραμένει εγκλωβισμένος στην ίδια αντίφαση που καθόρισε ολόκληρη την πορεία του. Από τη μία πλευρά θέλει να σταματήσει τον πόνο που προκάλεσε, από την άλλη αδυνατεί να εγκαταλείψει ολοκληρωτικά την επιθυμία του να ελέγξει την έκβαση των πραγμάτων.
Το τέλος, λοιπόν, πέρα από την τιμωρία ενός ανθρώπου που έκανε ένα λάθος, είναι η τραγική κατάληξη ενός πλάσματος που προσπάθησε να νικήσει την απώλεια και τελικά έχασε τα πάντα, επειδή δεν κατάφερε ποτέ να αγαπήσει χωρίς να κατέχει.
Leave a comment