
Γιατί επιστρέφω πάντα στο Pierrot le Fou
Κάθε φορά που σκέφτομαι ποια εικόνα συμπυκνώνει όσα αγαπώ περισσότερο στο γαλλικό σινεμά, η σκέψη μου επιστρέφει πάντοτε στον Jean-Luc Godard και στο Pierrot le Fou. Ίσως επειδή η ταινία αυτή αψηφά κάθε προσπάθεια ταξινόμησης. Η ιδιαιτερότητα της, είναι πως ενώ απεικονίζεται σαν ένα road movie, σύντομα μετατρέπεται σε ερωτική τραγωδία, σε μια ιστορία αγάπης που συμπορεύεται με πολιτικά σχόλια, λογοτεχνικές αναφορές, πίνακες, ποιήματα, τραγούδια και εκρήξεις χρώματος. Καθόλη την διάρκεια της ένιωθα πως παρατηρώ έναν πίνακα του Matisse, ένα ποίημα αντί για μυθιστόρημα.
Την πρώτη φορά που την παρακολούθησα ένιωσα σύγχυση, καθώς η αφήγηση έμοιαζε να σπάει, οι χαρακτήρες φαίνονταν να μιλούσαν σαν να γνώριζαν την παρουσία της κάμερας. Αυτό συνέβη καθώς καμία από τις συμβάσεις του κλασικού κινηματογράφου δεν έδειχνε να ενδιαφέρει τον Godard. Χρειάστηκε χρόνος για να καταλάβω πως αυτή η αίσθηση αποπροσανατολισμού αποτελούσε την πρόθεσή του, μιας και η ταινία αυτή ζητά από τον θεατή να “κατοικήσει” μέσα στις εικόνες της.
Και αυτό γιατί, κάποιες φορές οι εικόνες διαθέτουν τη δύναμη να εκφράσουν όσα οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν. Ο Godard επιστούσε το μεγαλύτερο ίσως μέρος της προσοχής του στο μοντάζ και στην διαχείριση των πλάνων, παρά στην δημιουργία μιας περίπλοκης και εκκεντρικής πλοκής. Ανάμεσα σε όλες τις δημιουργίες του, το Pierrot le Fou ίσως πλησιάζει περισσότερο αυτή την ιδέα.
Το να αφηγηθώ λοιπόν την πλοκή του, είναι σαν να προδίδω τρυφερά την ίδια την ταινία, μιας και ο κινηματογράφος του Godard φάνταζε καχύποπτος απέναντι στην αφήγηση επειδή γνώριζε πως η ζωή σπάνια εξελίσσεται με την καθαρότητα μιας ιστορίας που διαθέτει αρχή, μέση και τέλος. Η πραγματική ζωή αποτελείται από εικόνες που διαδέχονται η μία την άλλη απροειδοποίητα, από φράσεις που μοιάζουν ασήμαντες μέχρι τη στιγμή που μια ανάμνηση τις μετατρέπει σε αποκάλυψη. Η πλοκή, λοιπόν λειτουργεί σαν ένα λεπτό νήμα που ενώνει εκατοντάδες εικόνες, σκέψεις, ποιήματα, μουσικές και χρώματα, ποτέ όμως δεν διεκδικεί τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Δραπετεύοντας από έναν κόσμο χωρίς νόημα
Η ιστορία ξεκινά με έναν άνθρωπο που έχει ήδη κουραστεί από τη ζωή του πολύ πριν εμφανιστεί η γυναίκα που θα την ανατρέψει. Ο Ferdinand ζει μέσα σε έναν κόσμο υλικό, με κοινωνικές συναναστροφές τυπικές και ελλιπείς και την ευτυχία να μοιάζει με προϊόν προς κατανάλωση. Από τα πρώτα λεπτά της ταινίας, ο Godard παρουσιάζει την αστική τάξη σαν έναν χώρο πνευματικής εξάντλησης. Οι καλεσμένοι στο πάρτι μιλούν ασταμάτητα, όμως η γλώσσα τους αδυνατεί να επικοινωνήσει οτιδήποτε ουσιαστικό. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, ο Ferdinand μοιάζει ήδη απών. Εκτός από το σώμα του που βρίσκεται εκεί, το βλέμμα του περιπλανιέται αλλού, αναζητώντας επίμονα μια χαραμάδα μέσα από την οποία θα μπορούσε να διαφύγει.
Η χαραμάδα αποκτά πρόσωπο τη στιγμή που εμφανίζεται η Marianne. Ο Godard αποφεύγει να παρουσιάσει τη γνωριμία τους σαν την αρχή ενός μεγάλου έρωτα. Αντίθετα, η Marianne εισβάλλει στην αφήγηση όπως ένας άνεμος εισβάλλει σε ένα δωμάτιο όταν ανοίξει ξαφνικά το παράθυρο. Βλέπουμε λοιπόν, πως με την παρουσία της, αρχίζει πέρα από την ζωή του Ferdinard, να αλλάζει και η ίδια η ταινία. Οι χώροι αρχίζουν να ανοίγουν, τα χρώματα αποκτούν ένταση, ο ρυθμός αλλάζει, η αφήγηση εγκαταλείπει οριστικά κάθε διάθεση ρεαλισμού. Από εκείνη τη στιγμή και έπειτα, ο θεατής παρακολουθεί δύο υπάρξεις που επιχειρούν να εγκαταλείψουν έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η ειρωνεία του Godard, καθώς οι ήρωές του πιστεύουν πως εγκαταλείπουν τον κόσμο, ενώ στην πραγματικότητα κουβαλούν τον κόσμο μέσα τους. Αυτό αρχικά συμβαίνει διότι κάθε καινούργιο τοπίο, κάθε παραλία, κάθε διαδρομή με το αυτοκίνητο, κάθε νύχτα κάτω από τον έναστρο ουρανό δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας απόλυτης ελευθερίας. Κι όμως, όσο περισσότερο απομακρύνονται από την κοινωνία, τόσο περισσότερο πλησιάζουν τις ίδιες τους τις αντιφάσεις. Συνειδητοποιούμε λοιπόν, πως η πραγματική “φυλακή” δεν υπήρξε ποτέ η πόλη. Η πραγματική φυλακή κατοικεί μέσα στον πυρήνα του ίδιου του ανθρώπου.
Δύο άνθρωποι, δύο τρόποι να υπάρχεις
Στο κέντρο του Pierrot le Fou βρίσκεται ένας από τους πιο παράξενους και ταυτόχρονα πιο αληθινούς έρωτες που έχουν δημιουργηθεί στον κινηματογράφο. Ο Ferdinand και η Marianne, εκ πρώτης όψεως μπορούν να θεωρηθούν δύο εραστές που προσπαθούν να ξεφύγουν από την κοινωνία. Κοιτώντας την ταινία βαθύτερα, βλέπουμε πώς οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την ίδια την ύπαρξη, μιας και ο ένας κοιτάζει τον κόσμο και προσπαθεί να τον κατανοήσει ενώ εκείνη κοιτάζει τον κόσμο και θέλει απλώς να τον ζήσει. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρούμε πως ο Ferdinand είναι ένας άνθρωπος της μνήμης, της σκέψης και ειδικότερα, των λέξεων. Ζει μέσα σε έναν ατελείωτο διάλογο με βιβλία, πίνακες, ποιήματα και φιλοσοφικές ιδέες. Αυτό που φαίνεται να τον ενδιαφέρει εμμονικά είναι η μετατροπή μιας εμπειρίας σε νόημα. Η Marianne, αντίθετα, ανήκει στη στιγμή μιας και η μορφή της είναι κίνηση, σώμα, ένστικτο. Δεν ενδιαφέρεται να μετατρέψει κάθε συναίσθημα σε φιλοσοφική σκέψη, ενώ φαίνεται πως συναισθήματα όπως η χαρά ο φόβος, η επιθυμία, η περιπέτεια έχουν αξία για εκείνη επειδή βιώνονται.

Γι’ αυτό η περίφημη φράση της: “You speak to me in words and I look at you with feelings.”
συμπυκνώνει ουσιαστικά την φύση της σχέσης τους, μιας και ο Ferdinand προσπαθεί να αγαπήσει μέσω της κατανόησης, ενώ η Marianne αγαπά μέσω της παρουσίας.
Το βλέμμα πάνω στην Anna Karina
Το Pierrot le Fou είναι αδύνατο να διαχωριστεί από τη σχέση ανάμεσα στον Godard και την Anna Karina. Πίσω από τον Ferdinand και τη Marianne υπάρχει η σκιά ενός πραγματικού έρωτα που εκείνη την περίοδο, είχε ήδη αρχίσει να διαλύεται. Η Karina υπήρξε η μεγάλη μούσα της πρώτης περιόδου του Godard. Το πρόσωπό της έγινε ένα από τα σύμβολα της Nouvelle Vague, καθώς αποτέλεσε ένα πρόσωπο που μπορούσε ταυτόχρονα να εκφράζει αθωότητα και μελαγχολία, παιδικότητα και μυστηριώδη ωριμότητα. Φαίνεται λοιπόν, πως πέρα από την Karina, ο Godard κινηματογραφούσε το ίδιο το βλέμμα του πάνω στην Karina.

Αντίστοιχα, η Marianne του Pierrot le Fou είναι μια γυναίκα που φωτίζεται από την επιθυμία ενός άντρα, αλλά ταυτόχρονα ξεφεύγει από αυτήν. Η κάμερα την αγαπά, όμως η Marianne ποτέ δεν υποτάσσεται πλήρως στην εικόνα που δημιουργεί γι’ αυτήν. Αυτό που διέκρινα έντονα στην ταινία ήταν ο βαθιά μελαγχολικός τρόπος που ο Godard κινηματογραφεί την Karina. Σαν να προσπαθεί να διατηρήσει μέσα στην ταινία κάτι που στην πραγματική ζωή έχει ήδη χαθεί. Ή ίσως και το αντίθετο: να επιθυμεί να φωτίσει τη μυστηριώδη και δολοπλόκα φύση της γυναίκας, εκείνη την πλευρά της που δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε να συγκρατήσει. Ο Godard μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην εξιδανίκευση και στην απογοήτευση, σαν να κινηματογραφεί τη γυναίκα που αγάπησε, συνάμα με την αδυναμία του να τη συλλάβει πραγματικά.
Η γραμματική των χρωμάτων
Κάτι επίσης αξιοπρόσεκτο στην συγκεκριμένη ταινία είναι η χρήση των χρωμάτων. O Godard μέσω των χρωμάτων επιδιώκει να αποκαλύψει την εσωτερική κατάσταση των χαρακτήρων. Το κόκκινο, το μπλε και το κίτρινο κυριαρχούν σαν πρωταρχικές δυνάμεις μέσα στην ταινία.
Το κόκκινο είναι το χρώμα της επιθυμίας, της έντασης, της βίας. Είναι η φωτιά που κινεί τους χαρακτήρες, αλλά και η φωτιά που τελικά τους καταστρέφει. Κάθε φορά που εμφανίζεται, υπάρχει μια αίσθηση πάθους, αλλά και κινδύνου. Το μπλε ανήκει περισσότερο στον Ferdinand, μιας και είναι το χρώμα της μοναξιάς, της σκέψης, της μελαγχολίας. Στο τέλος, όταν βάφει το πρόσωπό του μπλε πριν από την τελευταία του μοιραία πράξη, ο Godard συνθέτει μια από τις πιο παράξενες και ποιητικές εικόνες, καθώς ο Ferdinand μοιάζει πλέον με έργο ζωγραφικής, με έναν άνθρωπο που ισορροπεί στο όριο ανάμεσα στη ζωή και στην τέχνη.
Το κίτρινο, αντίθετα, φέρει κάτι πιο φωτεινό και παιχνιδιάρικο. Είναι το χρώμα της περιπλάνησης, του ήλιου, της στιγμιαίας ευτυχίας. Είναι η ψευδαίσθηση πως η ζωή μπορεί να γίνει μια αιώνια καλοκαιρινή ημέρα που θα φωτίσει τον κόσμο με νόημα.
Έτσι λοιπόν, ο Godard δημιουργεί έναν κόσμο όμοιο με πίνακα ζωγραφικής, επιτυγχάνοντας να αφηγηθεί έναν έρωτα, αλλά ακόμα περισσότερο, να τον ζωγραφίσει.
Ο παπαγάλος και η αλεπού
Μέσα σε αυτόν τον παράξενο παράδεισο όπου καταφεύγουν ο Ferdinand και η Marianne εμφανίζονται δύο ζώα που λειτουργούν σαν φιλοσοφικές φιγούρες: ο παπαγάλος και η αλεπού. Όπως γνωρίζουμε, ο παπαγάλος είναι το ζώο της επανάληψης. Μιλά χωρίς να δημιουργεί πραγματικά λόγο, ενώ χαρακτηριστικό του είναι να επαναλαμβάνει ήχους που άκουσε, χωρίς να τους μετατρέπει απαραίτητα σε προσωπική έκφραση. Γι’ αυτό συνδέεται τόσο έντονα με τον Ferdinand, μιας και είναι ένας άνθρωπος που ζει μέσα στη γλώσσα. Οι λέξεις για εκείνον είναι καταφύγιο αλλά και παγίδα. Διαβάζει, γράφει, αναλύει, ενώ προσπαθεί να βρει την τέλεια φράση που θα εξηγήσει την αγάπη, τη ζωή, τον θάνατο, ξεχνώντας βέβαια πως η ζωή αντιστέκεται στις λέξεις.
Από την άλλη, η Marianne βρίσκεται πιο κοντά στην αλεπού. Η αλεπού στην παράδοση είναι σύμβολο εξυπνάδας, διαφυγής και ανεξαρτησίας. Επιπλέον, είναι ένα πλάσμα που επιβιώνει μέσα από την κίνηση και την προσαρμογή. Στην περίπτωση του Pierrot le fou, εισάγεται μία πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση. Το ζώο της ελευθερίας εμφανίζεται φυλακισμένο, μιας και η αλεπού είναι δεμένη. Ακριβώς όπως η Marianne, μιας και ενώ μοιάζει ο πιο ελεύθερος άνθρωπος στην ταινία, στην πραγματικότητα είναι παγιδευμένη στο παρελθόν της, στις σχέσεις της, στις επιλογές της. Ούτε ο Ferdinand ούτε η Marianne κατορθώνουν να αποκτήσουν την απόλυτη ελευθερία που αναζητούν μιας και όσους τόπους και να εγκαταλείψουν, όσους δρόμους κι αν αλλάξουν, πάντα ταξιδεύουν με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Δύο θάλασσες: ο Truffaut και ο Godard
Η τελευταία παρατήρηση μου για την συγκεκριμένη ταινία αφορά την θάλασσα. Στον γαλλικό κινηματογράφο, η θάλασσα λειτουργεί ως ένας χώρος που επιτρέπει στον άνθρωπο να συναντήσει την ελευθερία, το άγνωστο, την επιθυμία για μια νέα αρχή. Λίγες εικόνες στην ιστορία του κινηματογράφου έχουν αυτή τη δύναμη όσο το τελευταίο πλάνο του Les Quatre Cents Coups (The 400 Blows, 1959) του Truffaut, όπου ο νεαρός Antoine Doinel, ύστερα από μια ζωή εγκλωβισμένη ανάμεσα στην οικογένεια, το σχολείο και τους κοινωνικούς θεσμούς, τρέχει μέχρι να φτάσει στη θάλασσα.
Έξι χρόνια αργότερα, ο Godard απαντά σε αυτή την εικόνα ελευθερίας, κουβαλώντας μία μοναδική έκφανση μελαγχολίας. Όπως στον Truffaut η θάλασσα είναι η πρώτη συνάντηση με έναν άγνωστο κόσμο, στον Godard είναι η τελευταία προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανό ένα όνειρο που κάπως αρχίζει να θολώνει, να χάνεται. Ο Antoine Doinel φτάνει στη θάλασσα επειδή κατεξοχήν η ζωή του υπήρξε μια προσπάθεια απόδρασης. Το παιδί φαίνεται να αναζητά απεγνωσμένα χώρο να υπάρξει, μιας και η κοινωνία γύρω του έχει ορίσει ποιος πρέπει να γίνει: ένας μαθητής, ένας γιος, ένα παιδί που πρέπει να υπακούει, όμως ο Antoine αισθάνεται πως καμία από αυτές τις ταυτότητες δεν τον περιέχει πραγματικά. Όταν τελικά φτάνει στη θάλασσα, η κάμερα του Truffaut σταματά πάνω στο πρόσωπό του και τότε, το βλέμμα του κοιτάζει τον θεατή, αλλά ταυτόχρονα κοιτάζει και κάτι που βρίσκεται πέρα από αυτόν. Σαν η θάλασσα δηλαδή να διαφαίνεται μπροστά του σαν μία λευκή σελίδα, καθώς ο Antoine δεν γνωρίζει τι υπάρχει μετά από αυτό το σημείο, και αυτή η άγνοια είναι που κάνει την εικόνα τόσο συγκινητική, λες και η θάλασσα είναι το μέλλον.
Στο Pierrot le Fou, όμως, η σχέση με τη θάλασσα έχει αλλάξει. Για τον Ferdinand και την Marianne, η θάλασσα είναι η ψευδαίσθηση ότι το ταξίδι μπορεί να σταματήσει. Η στιγμή που οι δύο ήρωες φτάνουν στην ακτή μας δίνει την αίσθηση πως έχουν ανακαλύψει έναν χαμένο παράδεισο. Μακριά από την πόλη, μακριά από χρήματα, νόμους και κοινωνικούς ρόλους, μπορούν επιτέλους να υπάρξουν χωρίς κανέναν άλλον γύρω τους. Ο Godard επιλέγει να κινηματογραφήσει αυτές τις σκηνές με μια ονειρική απλότητα, με την Marianne να περπατά στην παραλία, τον Ferdinand να γράφει και μαζί να κοιμούνται δίπλα στο νερό, σαν να έχει επιστρέψει η ζωή στην πιο πρωταρχική της μορφή.

Εν αντιθέσει με την θάλασσα του Truffaut που είναι ανοιχτή προς τα έξω, αποκαλύπτοντας πως υπάρχει κάτι πέρα από την καταπίεση, η θάλασσα του Godard είναι πιο εσωτερική. Είναι ένας καθρέφτης που επιστρέφει στους χαρακτήρες το ίδιο τους το πρόσωπο, καθώς όσο απέραντη και αν είναι, δεν μπορεί να εξαφανίσει τις πληγές τους. Υπάρχει επίσης μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη σχέση των χαρακτήρων με το σώμα τους. Ο Antoine, όταν φτάνει στη θάλασσα, μοιάζει σαν “ζώο” που μόλις απελευθερώθηκε από ένα κλουβί. Τρέχει, κινείται χωρίς σκοπό, αναδεικνύοντας πως η κίνηση είναι η ίδια η έκφραση της ελευθερίας του.
Ο Ferdinand και η Marianne, αντίθετα, φτάνουν στη θάλασσα ήδη κουρασμένοι με την φυγή τους να έχει αρχίσει να αποκαλύπτει τις ρωγμές της. Τότε φωτίζονται οι διαφορές μεταξύ τους καθώς η Marianne αναζητά την περιπέτεια και την απόλαυση της ζωής, ενώ ο Ferdinand θέλει να μετατρέψει αυτή τη στιγμή σε αιωνιότητα. Η ίδια εικόνα αποκαλύπτει δύο διαφορετικές ανθρώπινες ανάγκες που προσδίδουν στην θάλασσα μία ομορφιά και μία θλίψη ταυτόχρονα. Η θάλασσα εδώ, είναι ο μόνος χώρος όπου οι δύο χαρακτήρες πλησιάζουν πραγματικά την ευτυχία, όμως αυτή η ευτυχία υπάρχει επειδή είναι προσωρινή. Ο Godard στην δεδομένη στιγμή τονίζει πώς κάθε παράδεισος χάνει την αθωότητά του όταν ο άνθρωπος προσπαθεί να τον κρατήσει για πάντα. Βλέπουμε λοιπόν την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του Truffaut και του Godard. Για τον πρώτο, η θάλασσα είναι μια πόρτα, ενώ για τον δεύτερο, είναι ένας καθρέφτης. Συνολικά αυτές οι δύο εικόνες, αν και τόσο διαφορετικές, παραμένουν ενωμένες μέσα στην ιστορία του γαλλικού κινηματογράφου, μιας και μιλούν για τον ίδιο βαθύ ανθρώπινο πόθο: την ανάγκη να φύγουμε από έναν κόσμο που μας περιορίζει και να ανακαλύψουμε έναν χώρο που θα μας επιτρέπει να υπάρχουμε.
Leave a comment